Μου είσαι πλέον περιττός

Δεν ξέρω εάν με τα χρόνια ωριμάζω σαν το καλό κρασί ή ξεθυμαίνω σαν αναψυκτικό, αλλά σίγουρα γίνομαι πιο εγκρατής στο θέμα των ευχών.

Παλαιότερα, είχα ταυτίσει τον Άγιο Βασίλη με το Τζίνι του Αλαντίν. Έτριβα τη σόμπα και του ζητούσα ομορφιά, χρήματα κι έρωτα. Επειδή όμως δεν είναι ούτε ο Φουστάνος, ούτε ο Φερεντίνος, ούτε η Γεωργία Βασιλειάδου, δεν έμπαινε καν στον κόπο να εμφανιστεί.

Ώσπου το πήρα απόφαση και περιορίστηκα στις τυπικές ευχές: υγεία, χαρά και ευτυχία. Όταν αντιλήφθηκα ότι τσάμπα χαλάω το σάλιο μου, σταμάτησα τα ποιηματάκια και σκέφτηκα «αφού δεν έρχεται το βουνό σε μένα, θα πάω εγώ σε αυτό». Χαζός είναι ο Μωάμεθ; Με τη μόνη διαφορά ότι το δικό μου βουνό είναι υπερκινητικό και απομακρύνεται κάθε φορά που θέλω να το πλησιάσω.

 Μήνες πριν οργανώνω το μεγάλο ταξίδι, αναζητώ οικονομικά ακτοπλοϊκά εισιτήρια, διευθετώ το θέμα της διαμονής και όταν επιτέλους φτάνει η ώρα, τα έγκατα της γης αρχίζουν να τρέμουν συθέμελα, ο ουρανός σκίζεται στα δύο και οι καταιγίδες μαστιγώνουν τη θάλασσα. Ο αέρας λυσσομανάει, η βροχή και το χαλάζι πέφτουν αλύπητα και τα πλοία παραμένουν δεμένα στα λιμάνια. Πρακτορεία και Λιμεναρχείο σηκώνουν τα χέρια ψηλά και οι πιστοί τρέχουν να εξομολογηθούν λίγο πριν τη Δευτέρα Παρουσία.

Πάνω που πείθω τον εαυτό μου να μην οδηγηθεί στην παράνοια, λαμβάνω μηνύματα γνωστών που με συμβουλεύουν να πάρω το αεροπλάνο για να φτάσω στην ώρα μου και να μην ταλαιπωρηθώ. «Σελήνη αγαπάει Χόχο». Δεν τη γλίτωσα.

Ποιο αεροπλάνο, καλοί μου άνθρωποι; Αν είχα τη δυνατότητα να ταξιδέψω αεροπορικώς, δεν θα καθόμουν να παριστάνω την Αγνή του λιμανιού. Θα είχα φτάσει στο βουνό μια ώρα αρχύτερα και δεν θα έβλεπα αν κουνιούνται οι βάρκες. Θα υποδεχόμουν φρεσκαδούρα τον νέο χρόνο και δεν θα κουτουλούσα από την κούραση και την αυπνία. Επιπλέον, εάν πληρώσω 85 ευρώ για να πάω στο βουνό, το πιθανότερο είναι να ξεμείνω για πάντα εκεί και να κυνηγάω σαύρες για να τραφώ.

Και ενώ ο Θεός αποφασίζει να δώσει τέλος στη «φαρσοκωμωδία», μαθαίνεις ότι το μοναδικό δρομολόγιο που θα εκτελεστεί εγκαίρως (4 το ξημέρωμα) δεν έχει εκπτωτικά εισιτήρια. Πηγαίνεις «φουρτουνιασμένος» στο πρακτορείο και πληροφορείσαι από την υπάλληλο ότι τα οικονομικά εισιτήρια έχουν εξαντληθεί και πρέπει να βγάλεις αεροπορική θέση (4 ευρώ παραπάνω). Οπότε, φτάνεις στο βουνό με καθυστέρηση και μειωμένο μπάτζετ. Μόλις πατάς το πόδι σου στο βουνό, διαπιστώνεις ότι έχεις χάσει την ταυτότητά σου και το μοναδικό έγγραφο που πιστοποιεί ποιος είσαι, είναι το διαβατήριό σου, το οποίο φυσικά έχει λήξει από το 2011. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, φτάνεις στο βουνό καθυστερημένος, άφραγκος και παράνομος με το φόβο ότι η νέα χρονιά θα σε βρει στο κρατητήριο να τραγουδάς «της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες».

Και μετά από όλα αυτά, πρέπει να κάτσω και να σκεφτώ τι θέλω να μου φέρει το 2017. Αγάπη, λεφτά ή επιτυχία; Αχ είναι τόσο δύσκολο… Κάτσε να το φιλοσοφήσουμε. Εφόσον η αγάπη άργησε μια μέρα, δεν θα έχει πρόβλημα αν εσύ αργήσεις λίγο παραπάνω λόγω απαγορευτικού ή συντέλειας. Εφόσον ο Θεός είναι τόσο large με τις νεροποντές και τα χαλάζια, μπορεί αύριο να βρέξει και χρήματα, επομένως λύθηκε και αυτό το πρόβλημα. Τέλος, εφόσον κάνεις ήδη μια δουλειά που σε ξέρει η μαμά σου, ο μπαμπάς σου και δέκα άνθρωποι περισσότεροι κάθε χρόνο, τότε είσαι ήδη επιτυχημένος.

Επομένως, αφού τα έχω όλα αυτά, τι άλλο μου απομένει να ευχηθώ για το νέο χρόνο; Τίποτα. Γι’ αυτό, Άγιε Βασίλη μου, μην χάνεις την ώρα σου με ένα κακομαθημένο σαν εμένα, που τα έχει όλα κι όμως ζητάει ακόμα περισσότερο, βάζοντας σε κίνδυνο την ψυχική και σωματική ακεραιότητα άλλων ανθρώπων. Μου είσαι πλέον περιττός. Εφόσον το σύμπαν συνωμοτεί για να μην πετύχεις ποτέ αυτό που θέλεις (φάε τη σκόνη μου Πάολο), ας πιστέψω κι εγώ ότι είμαι αυτάρκης σε αυτόν τον τόπο, δεν έχω ανάγκη κανένα βουνό και είμαι τόσο τυχερός που μένω σε ένα νησί που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα μια μεγάλη πόλη. Στο καλό Santa. Και να μας γράφεις κι εσύ καμιά φορά…