Με ρέγουλα η σαμπάνια

9.000 αφίξεις… Πετύχαμε τον στόχο μας; Τον πετύχαμε. Χαρήκαμε που το νησί μας είχε κόσμο; Τούμπες κάναμε. Κοιμηθήκαμε ήσυχοι; Με δυο σόδες, ναι. Και τι γίνεται όταν ξυπνήσουμε; Μετά τον καφέ και την τυρόπιτα…. Θα αρχίσουμε να πανηγυρίζουμε; Να συγχαίρουμε ο ένας τον άλλον και να λέμε τι τέλειοι που ήμαστε σε όλα; Και πότε θα ξεκαβαλήσουμε το καλάμι; Όταν αυτό σπάσει;

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά μας είναι ότι «τρωγόμαστε» όταν τα αποτελέσματα μίας προσπάθειας είναι αρνητικά. Οι περισσότεροι θα βγάλουν την ουρά τους απ’ έξω και θα ψάξουν να βρουν τον υπεύθυνο της -βαπτιζόμενης ως- αποτυχίας. Κοινώς, αρπάζουμε ένα τουφέκι και σημαδεύουμε προς πάσα κατεύθυνση. Στην προώθηση του νησιού, στις υποδοχή των επισκεπτών, στην παροχή υπηρεσιών και πάει λέγοντας. Μόλις βρούμε τον αδύναμο κρίκο… πυρ. Στο ψαχνό κατευθείαν. Όταν πάλι το αποτέλεσμα μας ικανοποιεί, το παίζουμε Μουγγοθόδωροι, ή μέσα στον πανηγυρικό, πετάμε εμβόλιμα και δυο τρεις μπηχτές, είτε για να φανούμε Αριστείδης ο Δίκαιος, είτε για να αναδείξουμε ακόμη περισσότερο τους δικούς μας «καρπούς».

Θα μου πεις και γιατί να «τρωγόμαστε» όταν δεν υπάρχει λόγος; Λόγος, μπορεί να υπάρχει, αλλά η χαρά να μη μας αφήνει να τον δούμε. Επιπλέον, μεσολαβεί μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο ξεκατίνιασμα και την απόλυτη βούβα. Μεταξύ των δύο άκρων, υπάρχει χώρος για έναν εποικοδομητικό διάλογο, μέσα από τον οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε ότι τελικά, δεν είμαστε τόσο τέλειοι όσο πιστεύουμε. Μπορεί το συνολικό αποτέλεσμα να είναι αυτό που προσδοκούσαμε, υπάρχουν όμως κάποιες μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες αν συσσωρευτούν, αποκτούν ξεχωριστή οντότητα. Κάποιες από αυτές, εμείς οι ντόπιοι τις γνωρίζουμε. Τις θεωρούμε δεδομένες και ζούμε με αυτές. Βέβαια στη δική μας θέση, έχουν βρεθεί ή θα βρεθούν και άνθρωποι, οι οποίοι δεν διαμένουν μόνιμα στο νησί μας.

Πηγαίνεις σε ένα μαγαζί, στο πικ της πασχαλινής περιόδου, σου λένε «δεν έχω κρύο αναψυκτικό». Δε βαριέσαι, θα βάλω πάγο. Πηγαίνεις σε άλλο, μεσημέρι Μεγάλου Σαββάτου (ακολουθούν αργίες), σου λένε «δεν έχω ντεκαφεϊνέ. Μας τελείωσε». Δε βαριέσαι, αν και θα μπορούσατε να είχατε προνοήσει, θα πιω ένα ice tea. Βγαίνεις το βράδυ, ρωτάς τι μπύρες υπάρχουν, εφόσον καλείσαι να παραγγείλεις χωρίς έναν κατάλογο στο τραπέζι… «δεν θυμάμαι» απαντάει η σερβιτόρα. Τρέχει για ενισχύσεις και σου φέρνει, αντί για κατάλογο, άλλον σερβιτόρο. «Μπορώ να δω και να αποφασίσω;» ρωτάς ευγενικά. Επιστρέφει με έναν κατάλογο, μόνο με τις μπύρες (!). Ρωτάς, αν υπάρχει και κάτι φαγώσιμο να τη συνοδεύσεις, πηγαίνει και σου φέρνει δεύτερο κατάλογο μόνο με τα φαγητά. Εν ολίγοις, τρως 20 λεπτά μες στο νερό, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραγγελίας. Και αναρωτιέσαι, είμαι γκαντέμης που συμβαίνουν σε μένα αυτά ή ιδιότροπος, επειδή τα επισημαίνω τώρα που όλα πήγαν καλά;

Μην λησμονούμε βέβαια και το θέμα της ευγένειας. Όταν ένας επισκέπτης ζητήσει κάτι που δεν το έχει το μαγαζί σου, δεν χρειάζεται να τον πάρεις από τη μούρη, μέχρι να νιώσει άσχημα που ρώτησε. Η πληθωρικότητα ορισμένων δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της εστίασης. Αφήνεις για ένα λεπτό το αυτοκίνητό σου σε σημείο, που γνωρίζεις ότι πρέπει να είναι ελεύθερο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και πετάγεται μπροστά στο τζάμι σου κάποια σιδηρά κυρία της πόλης, που έχει συνηθίσει να κουνάει το δάχτυλο για να σου πει, χωρίς ένα τυπικό «χρόνια πολλά» ή έστω συμβουλευτική διάθεση «δεν επιτρέπεται να παρκάρετε εδώ, να το πάρετε». Και σκέφτεσαι «εντάξει… εγώ είμαι Συριανός και γνωρίζω πώς να αντιμετωπίσω τους ξιπασμένους και απολίτιστους που το παίζουν πολιτισμένοι, πίσω από σχετικές θέσεις», ο τουρίστας είναι υποχρεωμένος να σκύψει το κεφάλι ή να δώσει αναφορά στον κάθε τυχάρπαστο, που αυτοβούλως παριστάνει τον δημοτικό αστυνόμο, για ποιο λόγο σταμάτησε και τι πρόκειται να κάνει;

Είναι δεδομένο ότι σε κάποια πράγματα, είμαστε λίγο ανοργάνωτοι. Η εκτίμηση αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ούτε ως κακεντρέχεια, ούτε ως «καρφί», αλλά ως μια αφορμή προβληματισμού και περισυλλογής, προκειμένου να κλείσουμε κάποιες τρυπούλες και να γίνουμε καλύτεροι. Επομένως, δεν είναι κακό να ανοίγουμε σαμπάνιες, το αξίζουμε άλλωστε, απλά ας πιούμε με ρέγουλα, γιατί το πολύ χτυπάει κατακούτελα.