Απογοήτευση

Είναι από τις φορές εκείνες που η διάθεση για δημόσια κριτική φρενάρει και σκουντουφλά στη σκέψη ότι, η απογοήτευση που θα προκαλέσει στους άμεσα ενδιαφερόμενους ίσως να είναι μεγαλύτερη από την απογοήτευση, που ένιωσε το κοινό μιας παράστασης.

Η ανυπομονησία μου για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» με τη Νένα Μεντή να αφηγείται τον μονόλογο της Γυναίκας με τα Μαύρα, ήταν ασυγκράτητη. Ίσως γιατί αγαπώ το συγκεκριμένο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Ίσως γιατί η θεατρική εκδοχή που παρακολούθησα παλαιότερα στην Αθήνα με άφησε παγερά αδιάφορο. Ίσως γιατί πρότεινα την εκδήλωση του σκηνοθέτη Λευτέρη Γιοβανίδη για το πρόγραμμα «Σύρος – Πολιτισμός», μετά την πραγματοποίησή της στη Μύκονο, τον Νοέμβριο του 2016. Όλα αυτά έπαιξαν το ρόλο τους, μα περισσότερο, οι μνήμες των σχολικών μου χρόνων.

Διδαχτήκαμε τη «Σονάτα» στην Γ’ Λυκείου, στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Κατεύθυνσης. Ήταν δύσκολο για εμάς να αντιληφθούμε εξ’ αρχής τη σπουδαιότητα και το βάθος αυτού του κειμένου. Και είναι λογικό να μην μπορούν παιδιά 17 χρονών που δεν έχουν βιώσει ακόμα πολλές εμπειρίες και δεν έχουν πιάσει την πέτρα στα χέρια τους να τη στύψουν, να συγκινηθούν από τον σπαρακτικό λόγο μιας γυναίκας, η οποία βουλιάζει στη μοναξιά της, η οποία μετανιώνει για όσα εκούσια στερήθηκε στη ζωή της και λυπάται για τον χρόνο που πέρασε και άσπρισε τα μαλλιά της, αλλά δεν μπορεί να ασπρίσει το ίδιο και την καρδιά της.

Κι όμως… η απόσταση αυτή δεν άργησε να καλυφθεί. Μέσα σε λίγες διδακτικές ώρες, η Γυναίκα με τα Μαύρα απέκτησε νέα υπόσταση στα μάτια μας. Δεν ήταν πια μία ξένη, που μας έλεγε τον πόνο της κι εμείς τον ακούγαμε υποχρεωτικά για να περάσουμε το μάθημα. Ήταν ένα πρόσωπο οικείο, που μας προετοίμαζε για όσα θα συναντήσουμε στο μέλλον. Που μας έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου και μας συμβούλευε να μην κάνουμε τα ίδια λάθη με εκείνη. Η εξομολόγησή της κατάφερε να τρυπώσει μέσα στην ψυχή μας. Να αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Χάρη, όχι μόνο στη δύναμη των λέξεων με τις οποίες ο Γιάννης Ρίτσος «έντυσε» εκπληκτικά την ψυχοσύνθεση αυτής της γυναίκας, αλλά και στην αφήγηση της καθηγήτριάς μας. Χάρη στο χρώμα και στον τόνο της φωνής της. Χάρη στον τρόπο με τον οποίο το ερμήνευε, το μετέδιδε, το ζούσε. Τα συναισθήματα που μας προκαλούσε η ανάγνωσή της, ήταν πολύ πιο έντονα από αυτά που μας γεννήθηκαν όταν ακούσαμε σε κασέτα τον ίδιο τον Γιάννη Ρίτσο να διαβάζει το ποίημά του. Όποιο στόμα κι αν απαγγείλει αυτούς τους στίχους, εγώ θα έχω πάντα στο μυαλό το «άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου» από τα χείλη της κ. Θεοδοσίου.

Αυτόν τον «μύθο» περίμενα να ξεπεράσει η αφήγηση της Νένας Μεντή, το όνομα της οποίας είναι συνυφασμένο με μεγάλες τηλεοπτικές, αλλά και θεατρικές επιτυχίες, όπως η «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου». Είχα την ελπίδα ότι, η σκηνική παρουσία της και η συμβολή της στην απόδοση του κειμένου  θα μου ξυπνούσαν εκείνες τις μνήμες και θα με βοηθούσαν να το αισθανθώ από την αρχή, λέξη προς λέξη, συνειδητοποιημένος και ικανός πια να αναγνωρίσω τον εαυτό μου μέσα σε αυτές. Κάτι, που δυστυχώς δεν επετεύχθη. Γιατί σε αντίθεση με την ζωντανή αφήγηση μιας καθηγήτριας που έχει μελετήσει και διδάξει ξανά και ξανά το ίδιο κείμενο, η συγκεκριμένη παρουσίαση φαινόταν «ξεκούρδιστη», «άχρωμη», «άρρυθμη», παραδομένη στην προχειρότητα και την επιδερμική προσέγγιση.

Το γύρισμα των σελίδων, το χάσιμο των γραμμών, η χαμηλόφωνη -κατά διαστήματα- απαγγελία και τα συνεχή μουσικά διαλείμματα, κάποια εξ’ αυτών αρκετά μακροσκελή- διέκοπταν τη ροή του κειμένου και αποσπούσαν την προσοχή του κοινού, το οποίο αδυνατούσε να αισθανθεί και να «ταξιδέψει» με τον ποιητικό λόγο του Ρίτσου.

Ήταν από τις λίγες ίσως φορές, που στο θέατρο επικρατούσε έντονη νευρικότητα, ανησυχία. Πόρτες ανοιγόκλειναν, αναστεναγμοί και κινητικότητα δεξιά και αριστερά, ψίθυροι, τσακωμοί στα θεωρία μεταξύ θεατών και μετά τα 50 λεπτά της εκδήλωσης… σιωπή. Δεν είχες να πεις ή να ρωτήσεις κάτι παρά μόνο ένα «γιατί;». Γιατί μία ομάδα επαγγελματιών έπαιξε με τις προσδοκίες μας και μας απογοήτευσε; Ένα μεγάλο «γιατί», ηχηρό και δικαιολογημένο, όταν συνειδητοποιείς πως ο θαυμασμός και η εκτίμηση που τρέφεις για κάποιους ανθρώπους, δυστυχώς, δεν σου ανταποδίδονται.