Κάτι αρχίζει να τσουλάει…

Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, ξεκινούν στην Αθήνα οι νέες θεατρικές παραστάσεις. Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, εμείς στην επαρχία χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο γιατί δεν μπορούμε να δούμε ούτε το 1/10 αυτών. Όχι, γιατί το θέατρο αποτελεί από μόνο του, πολυτέλεια. Άλλωστε, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, πολυτέλεια μπορεί να θεωρείται και το πακέτο τσιγάρα ή ο καφές απ’ έξω.

Στην περίπτωση του θεάτρου, πολυτέλεια για εμάς, της περιφέρειας, είναι όλα τα υπόλοιπα, που το συνοδεύουν. Ακτοπλοϊκά εισιτήρια, ξενοδοχεία, εάν δεν έχεις δικό σου σπίτι ή συγγενείς και φίλους για να τους φορτωθείς κλπ. Επομένως, η μπάλα παίρνει το ίδιο το θέατρο, επειδή είναι η αφορμή για να μπεις σε τόσα έξοδα. Δεν θα σκεφτόσουν όμως να κάνεις αυτά τα έξοδα, εάν έμενες στην Αθήνα ή αν στον τόπο σου παρουσιάζονταν περισσότερες θεατρικές παραστάσεις «εισαγωγής». Ούτε, θα προσπαθούσες να δικαιολογήσεις την ανάγκη σου γι’ αυτό, που ενδεχομένως να συνδέεται άρρηκτα με την ψυχολογική διάθεσή σου.

Υπάρχουν βέβαια πολλοί που κατοικούν στην πρωτεύουσα και λένε «εγώ δεν πάω πουθενά, γιατί δεν έχω χρήματα». Εσύ όμως, που υπήρξες φοιτητής στην Αθήνα και είχες να διαχειριστείς ένα συγκεκριμένο μπάτζετ από το οικογενειακό «ταμείο», ξέρεις πολύ καλά, πως με λίγη οικονομία, ένα θέατρο ή οτιδήποτε άλλο σου αρέσει και σε γεμίζει, μπορείς να το κάνεις μία φορά -άντε, το πολύ δύο- κάθε μήνα.

Επιπλέον, έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, αλλά και αρκετοί ραδιοφωνικοί σταθμοί δίνουν συχνά-πυκνά δωρεάν προσκλήσεις για συναυλίες και παραστάσεις κατόπιν διαγωνισμών, στους οποίους εμείς, τα επαρχιωτάκια, δεν έχουμε κανένα λόγο να συμμετέχουμε. Γιατί αν κερδίσω πχ. εισιτήριο για τη «Μαντάμ Σουσού» το επόμενο ή μεθεπόμενο βράδυ, δεν θα μπορέσω να πάω και θα στερήσω την ευκαιρία από κάποιον άλλον που παίρνοντας απλά ένα λεωφορείο, ένα μετρό ή τους δρόμους, θα ήταν στο «Παλλάς» για να δει τη νέα του παραγωγή.

Το θέμα μας, λοιπόν, δεν είναι τόσο τα χρήματα, που διαχρονικά και επί παντός επιστητού αποτελούν ένα μεγάλο «εμπόδιο», όσο οι επιλογές που έχει ένας τόπος, ανεξάρτητα απ’ το αν αυτός είναι πιο ευνοημένος από κάποιον άλλο. Γιατί εύκολα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς «αν δυσανασχετείς εσύ στη Σύρο, τι να πουν οι κάτοικοι της Ανάφης, της Κιμώλου, της Ίου και ούτω καθεξής»;

Σε κάθε περίπτωση, ισχύουν διαφορετικά δεδομένα. Η Σύρος είναι ένα νησί που φημίζεται για την ενεργή πολιτιστική ζωή του με δεκάδες μουσικά φεστιβάλ, θεατρικές παραστάσεις από ερασιτεχνικούς θιάσους και πολλές ακόμα εκδηλώσεις. Ωστόσο, η παρουσίαση επαγγελματικών παραστάσεων που ταξιδεύουν από την Αθήνα και άλλες περιοχές στο νησί για μία – ή (στην καλύτερη των περιπτώσεων) δύο ημέρες, είναι ένα ζήτημα πονεμένο και κάτι που κατέχει τη μικρότερη θέση στο πολιτιστικό μας πρόγραμμα. Ο Δήμος, άλλοι φορείς, καθώς και οι υπάρχουσες δομές του νησιού δεν μπορούν να υποστηρίξουν πολύ μεγάλες παραγωγές. Πρώτον, γιατί οι παραστάσεις έρχονται με αυτοδιάθεση, που σημαίνει ότι οι συντελεστές πληρώνουν τα έξοδά τους και εισπράττουν μόνο τα εισιτήρια, επομένως όταν υπάρχουν μεγάλα σκηνικά και πολυπληθείς θίασοι, το κόστος είναι απαγορευτικό. Και δεύτερον, όταν μία παράσταση απαιτεί μία πελώρια σκηνή με περιστρεφόμενα σκηνικά και παπάδες, δεν μπορεί εύκολα να μεταφερθεί. Κι όταν αυτό γίνεται, συνήθως υπάρχει κάποιος χορηγός που έβαλε το χέρι του… στην τσέπη (βλέπε «Μεγάλη Χίμαιρα»).

Ως εκ τούτου, οι περισσότερες παραστάσεις που έρχονται στο νησί είναι μονόλογοι ή των δύο-τριών ατόμων. Και πολλές εξ’ αυτών, άγνωστες στο ευρύ κοινό, το οποίο συμβουλεύεται το διαδίκτυο για να ενημερωθεί σχετικά. Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο θέμα των επιλογών που σε μία επαρχιακή πόλη είναι, εκ των πραγμάτων, περιορισμένες. Γνωρίζουμε βέβαια, ότι στο προσεχές χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα εκδηλώσεων θα ενταχθούν, κατά πάσα πιθανότητα, τέσσερις με πέντε παραστάσεις ενηλίκων. Αυτό οφείλεται τόσο στις προσπάθειες του αρμόδιου Τμήματος του Δήμου, που κάνει τις δικές του προτάσεις σε παραγωγές, όσο και στο ενδιαφέρον δημιουργών, που επιθυμούν να παρουσιάσουν τις δουλειές τους στο Θέατρο Απόλλων.

Σημειώνεται μάλιστα ότι, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου θα πραγματοποιηθούν με σειρά τέσσερις παραστάσεις: «Δεν ήταν 12 οι Θεοί» (τοπική), «Τα Τετράδια της Ανζέλ Κουρτιάν» με την Χριστίνα Αλεξανιάν (17/10), «Το Δέντρο της Γνώσης» από το Εργοστάσιο Ονείρου (19 & 20/10) και «Σχέσεις 2Χ3» από την Ομάδα «Όραμα». Κάτι, αρχίζει να τσουλάει…