Κοράκια και ξερό ψωμί

Σα γνήσιο τέκνο της θεωρητικής κατεύθυνσης ή πάλαι ποτέ τρίτης δέσμης, είχα πάντα μία αγάπη στις κλασσικές επιστήμες, την ιστορία, τα λατινικά, τα αρχαία. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον δε, μου προκαλούσαν όχι τόσο η γραμματική και το συντακτικό, αλλά η φιλοσοφία πίσω από τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την εποχή, όπως αυτή εκφραζόταν μέσα απ’ το αρχαίο κείμενο. Μία έννοια λοιπόν η οποία με στοιχειώνει από τότε είναι η υστεροφημία, η φήμη που μας συνοδεύει μετά θάνατον. Λέγεται ότι οι αρχαίοι μας ζούσαν χτίζοντας την υστεροφημία τους. Σήμερα δεν απαιτείται, καθώς πάντα θα υπάρξει ο καλοθελητής να αναλάβει τη δουλειά όταν έρθει η κακιά η ώρα.

Παρατηρώ λίγο τη συμπεριφορά μας, τόσο στον πραγματικό, όσο και στον διαδικτυακό κόσμο, γιατί δεν έχει και μεγάλη διαφορά. Με την ψευδαίσθηση δύναμης και γνώσης που μας έχει δοθεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κάθε ένας από εμάς μπορεί και εκφράζει απερίφραστα την άποψή του επί παντός επιστητού, χωρίς έρευνα, σκέψη, επιχειρήματα, απλά για να μη φανεί αδιάβαστος στα θέματα ημερήσιας διάταξης. Χρησιμοποιώντας τα social media εδώ και περίπου 15 χρόνια δε βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Όμως με αφορμή την είδηση του θανάτου του Τζίμη Πανούση και το κύμα αναρτήσεων, επαναστατικών και εξωραϊστικών σχολίων στο Facebook, μπήκα για ακόμα μία φορά σε σκέψεις.

Πρώτον: Ποια είναι αυτή η κινητήριος δύναμη η οποία μας σπρώχνει σε κάθε τέτοιο δυστυχές συμβάν να θέλουμε οπωσδήποτε να ξεψαχνίσουμε ό,τι πιο κίτρινο, και στη συνέχεια να σχολιάσουμε και να αφήσουμε το στίγμα μας, να πούμε την πιο έξυπνη, την πιο πετυχημένη ατάκα; Γιατί ακόμα και στο θάνατο κάποιου άλλου – αντικειμενικά άγνωστού μας συνανθρώπου - επιθυμούμε διακαώς να έχουμε την τελευταία λέξη;

Δεύτερον: Χωρίς να ζητώ τα πρωτεία της μέγιστης θαυμάστριας, που δεν υπήρξα ποτέ, αλλά αναγνωρίζοντας τον αντισυμβατικό λόγο του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, από πότε ξαφνικά γίναμε όλοι επικριτές του μικροαστού Νεοέλληνα και βράζει το αίμα μας για επανάσταση και δεν το πήρα χαμπάρι; Ας με ενημερώσει κάποιος για μέρα και ώρα, μην ξεχαστώ.

Τρίτον: Εδώ επανέρχομαι στα αγαπημένα μου αρχαία με τη ρήση “Ο νεκρός δεδικαίωται”. Και αυτό γιατί μετά από την ανάγνωση πληθώρας άρθρων έγκριτων ή μη σχολιαστών, αυτό που παρουσιάζεται είναι μία κάπως εξωραϊσμένη εκδοχή της πραγματικότητας, η οποία κρατάει μεν κάποιες σημαντικές πτυχές του συνολικού έργου του καλλιτέχνη αλλά αποσιωπά κάποιες άλλες, κάποιες οι οποίες δυστυχώς δεν ταιριάζουν και τόσο πολύ με το αντισυμβατικό και επαναστατικό προφίλ που βοηθάει τα αδηφάγα μέσα να πάρουν το πολυπόθητο κλικ, χτίζοντας υστεροφημίες πεθαμένων, τους οποίους έφτυναν όσο ήταν ζωντανοί.

Και μιας και όλο το θέμα πλέον παίζεται διαδικτυακά και σε λίγες μέρες θα έχει ξεχαστεί, θα δανειστώ τις ρήσεις φίλων για να σημειώσω με ψιλά γράμματα ότι η θλίψη ενός ανθρώπου που φεύγει αφορά την οικογένειά του και τους οικείους του. Όλοι οι υπόλοιποι γνωρίζουμε έναν καλλιτέχνη του οποίου η απώλεια μας συγκινεί, αναλόγως το πόσο μας ενέπνευσε η δουλειά του στη δική μας ζωή, αλλά μέχρι εκεί. Υπερβολές από τους μεν και πρακτικές διαστρέβλωσης από τους δε, απλά περιττεύουν.

Εξάλλου, όπως έχει πει και ο ίδιος ο Τζίμης Πανούσης πολύ σωστά “Σαν τα κοράκια σού χιμάνε όταν πεθάνεις οι κομπανίες με τους πράκτορες της ΚΥΠ”.