Η πολιτική του ρυζόγαλου

Ξεκινάμε με ένα δεδομένο. Ότι οι εκλεγμένοι, επιβεβαιώνουν την παρουσία τους στη διαχείριση των κοινών μέσω των πράξεων τους.

Σύμφωνα με την λαϊκή ρήση «με τα λόγια χτίζεις ανώγια και κατώγια», έχει πολλάκις διαπιστωθεί ότι αυτή είναι μία προσφιλής συνήθεια των εμπλεκόμενων με την πολιτική, γεγονός που δίνει έναν παραπάνω λόγο να αποφεύγεται ο εφησυχασμός, αλλά αντιθέτως να επιβάλλεται η εγρήγορση και η αναμονή της υλοποίησης συγκεκριμένων έργων.

Όμως, σαν να έχουν βαλθεί να αυτοδιαψεύδονται, τα «καμάρια» της τοπικής κοινωνίας που την εκπροσωπούν, συνεχίζουν τις φθηνές ρητορείες, κινούμενοι μεταξύ φαιδρότητας και λαϊκισμού.

Λίγο να αντιμετωπίζεται το ακροατήριο σαν «βόδια», λίγο να χτυπηθεί το συναίσθημα των πιο ευαίσθητων ομάδων, λίγος μελοδραματισμός για τους κατατρεγμένους, από τα ανελέητα μέσα ενημέρωσης, πολιτικούς εκπροσώπους, λίγο η παλαιομοδίτικη συνδικαλιστική δημαγωγία, λίγος θρήνος για την υπεράσπιση των αδυνάτων και μπόλικη πολιτική αγυρτεία είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το προφίλ των λαοκάπηλων αιρετών.

Εκδρομούλες και τραπεζώματα, κλαψούρισμα για την άτιμη την κοινωνία, προφίλ μεταξύ Ζορό και Μαυρογιαλούρου, είναι τα κομμάτια του παζλ που συνθέτει την εικόνα της άγρας πολιτικής πελατείας. 

Ολόκληρη η πολιτική τους παρουσία συνοψίζεται στη λέξη μιζέρια, τόσο σε επίπεδο σκεπτικού και πολιτικής θεώρησης, όσο και σε επίπεδο άσκησης των πολιτικών τους καθηκόντων, τα οποία έχουν συνδεθεί άρρηκτα με κοντόφθαλμα «οράματα», εξυπηρετήσεις ψηφοθηρικών ανταλλαγμάτων και ευτελείς πανηγυρτζίδικες φιέστες.

Οράματα, που ξεκινούν από στοιβαγμένα αποφόρια και τελειώνουν σε μετατροπή δημοσίων κτισμάτων σε γιουσουρούμ σαβούρας.

Εξυπηρετήσεις, που αφορούν επιλεκτικές παραχωρήσεις αγαθών σε ημέτερους, αιτιολογώντας παλαιοπολιτικές πρακτικές ψηφοθηρίας.

Φιέστες, που διαπνέονται από μεγαλόπνοους σχεδιασμούς, με το μέγεθος της κοινωνικής προσφοράς να κινείται μεταξύ διεξαγωγής τουρνουά πρέφας και δηλωτής και διαγωνισμών ρυζόγαλου.

Όλο το μεγαλείο των εμπνεύσεων κοινωνικο-πολιτιστικών διεξόδων περικλείεται σε έναν κεσέ πηγμένου γάλακτος και σε καφενειακές συνήθειες, δίνοντας διεξόδους πολιτικής αθλιότητας.

Ανάλογης πολιτικής βαρύτητας και τα μεγαλόστομα «κατηγορώ» τους, εναντίον όποιων τόλμησαν να ξεμπροστιάσουν την μικρότητα των ενεργειών και την καφρίλα των αποφάσεων τους.

Η εκφορά πολιτικού λόγου, υπό τον φόβο εκτόξευσης της μασέλας και εν μέσω πιτσιλίσματος σιέλου, ακροβατεί στα όρια της γελοιότητας, καθώς υπολείπεται σοβαρότητας και κυμαίνεται μεταξύ ανεπάρκειας και τσαρλατανισμού.

Σαν περιοδεύων θίασος, περιφέρονται από χωρίον είς χωρίον, με ευτελή λογύδρια, επιχειρώντας τελικά να «χτίσουν ανώγεια και κατώγια».

Μόνο που τα έργα, τα οποία θα επιβεβαιώσουν έμπρακτα την ουσιαστική πολιτικής του παρουσία, περιορίζονται τελικά σε έναν λαπά με μπόλικη κανέλλα. Και πολύ τους είναι.