Τα όρια της δημοσιογραφίας

  • Τρίτη, 23 Ιανουαρίου, 2018 - 06:14
  • /   Eνημέρωση: 23 Ιαν. 2018 - 20:00
  • /   Συντάκτης: Ελένη Λαμπράκη

Έχω την κακή συνήθεια, πέρα από ότι αφορά τη δουλειά μου, να παρακολουθώ επιλεκτικά την επικαιρότητα. Η καθημερινή μου κούραση δε μου επιτρέπει πολλά περιθώρια για εκνευρισμό και απογοήτευση. Εκμεταλλεύομαι δε τη δυνατότητα της απεριόριστης πληροφόρησης που μας δίνει πλέον το διαδίκτυο και επιλέγω τις πηγές μου, κάτι που ίσως με οδηγεί και σε μονομερή πληροφόρηση για το που βαδίζει αυτός ο τρελός κόσμος.

Βλέπω δε σπανιότατα τηλεόραση, λόγω έλλειψης χρόνου και πιθανόν ενός ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Θα ομολογήσω όμως ότι μου λείπουν τα χρόνια της αθωότητας, της ατέλειωτης παρακολούθησης των προγραμμάτων ενός μέσου που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά του στην ελληνική κοινωνία και να εδραιωθεί στις συνειδήσεις των περισσότερων σαν ένα υβρίδιο αναγκαίου κακού και γλυκιάς αμαρτίας.

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις είναι μια παλιά ιστορία του 1987 όταν ένας αξιοσέβαστος πολιτικός στην Αμερική κατηγορήθηκε και κρίθηκε ένοχος για παθητική δωροδοκία. Ο ίδιος δηλώνοντας αθώος μέχρι την τελευταία στιγμή, προγραμμάτισε συνέντευξη τύπου μια μέρα πριν φυλακιστεί όπου μετά την ομιλία του, έβγαλε όπλο και αυτοκτόνησε μπροστά στις κάμερες που κάλυπταν ζωντανά τη συνέντευξη του με την εικόνα να προβάλλεται στους τηλεοπτικούς δέκτες χιλιάδων θεατών. Το γεγονός προκάλεσε μία τεράστια συζήτηση αναφορικά με τα όρια της δημοσιογραφίας και κατά πόσο έπρεπε να προβληθεί μία τέτοια αποτρόπαια πράξη ειδικά σε ώρα που παρακολουθούν μικρά παιδιά.

Η συζήτηση για τα όρια της δημοσιογραφίας δεν έχει τέλος, καθώς και η απάντηση στο ερώτημα για το που και πότε σταματά το κυνήγι της τηλεθέασης, των πωλήσεων των περισσότερων φύλλων και, προσφάτως, των κλικ και που ξεκινάει η αντικειμενική παρουσίαση με στόχο την πληροφόρηση. Πόσο μάλλον όταν υπεισέρχονται οι γνωστές παθογένειες ενασχόλησης με αυτή ανθρώπων που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το αντικείμενο και μηδενικό κριτήριο φιλτραρίσματος πληροφορίας και αξιολόγησης μιας είδησης, αλλά δηλώνουν δημοσιογράφοι με δόξα και τιμή. “Έλα μωρέ πόσο δύσκολο είναι να γράψεις δυο αράδες;”, πόσο μάλλον όταν η γνώση της ελληνικής και ο άπταιστος χειρισμός της, θεωρούνται προαιρετικά...

Και εκεί μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά. Γιατί όλο αυτό το διεφθαρμένο πάρε – δώσε συγκεκριμένων ανθρώπων του τύπου με επίσης συγκεκριμένα άτομα της πολιτικής σκηνής, έκανε μεν και δε να νιώθουν ότι βρίσκονται στο απυρόβλητο, και ότι μπορούν να δρουν ανεξέλεγκτα, χωρίς κριτική αλλά με συγκάλυψη. Δυστυχώς, αν ανήκετε σε αυτή την κατηγορία, σας έχω κακά νέα, γιατί όπως παραδοσιακά συμβαίνει στο χώρο της δημοσιογραφίας και παρά τις όποιες προσπάθειες υπονόμευσης αυτών των φωνών, υπάρχουν πάντα αυτοί που θεωρούν τη δουλειά τους λειτούργημα και που θα συνεχίσουν να φωνάζουν και να κάνουν τη ζωή σας δύσκολη.

Και κατά την προσφιλή μου συνήθεια θα κλείσω μουσικά με το στίχο “Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί, οι ονειροπόλοι, οι χαμένοι, οι τρελοί” μιας και για να επιλέξει κάποιος να κάνει αυτή τη δουλειά, με αντικειμενικότητα και χωρίς εκπτώσεις, αφ’ ενός μπορεί να γίνει επικίνδυνος, αφ’ ετέρου ανήκει σίγουρα σε κάποια από τις τρεις κατηγορίες.