Πόλη Φάντασμα

Γκρίνια αυτή η μάστιγα. Ανέκαθεν το τιμούσαμε το άθλημα όμως τα τελευταία χρόνια έχει παραγίνει το κακό. Όλοι γκρινιάζουν και όλοι παραπονιούνται με πρώτους και καλύτερους τους επαγγελματίες. Δεν έχουν δουλειά, δεν κινείται η αγορά, δεν βγαίνει πια ο κόσμος. Άτιμη, καταραμένη κρίση, θα πουν οι περισσότεροι, που εδώ και 11 χρόνια δεν έχουμε σηκώσει κεφάλι.

Κι ενώ αυτό τροφοδοτεί μεγάλη κουβέντα, οφείλω να παραδεχτώ ότι τις τελευταίες φορές που έχω βρεθεί απογευματινές – βραδινές ώρες στο κέντρο της Ερμούπολης η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική τουλάχιστον. Κι ενώ δε βγαίνω πολύ συχνά, λίγο η εικόνα που είδα, λίγο η επιβεβαίωση από φίλους και γνωστούς, έτοιμο το παζλ. Και όσο και να δικαιολογείς τη μηδενική κίνηση ένα εργάσιμο απόγευμα, έχω έτοιμη περιγραφή για την εικόνα που επικρατεί στην παραλία τα βράδια του Σαββάτου: Έρημοι δρόμοι χωρίς συγγνώμη για μια γυναίκα μεσ’ τη νυχτιά.

Να έτυχε το μοναδικό Σάββατο που αποφάσισα να κάνω τη βόλτα μου να μείνουν όλοι οι υπόλοιποι μέσα; Δε νομίζω. Η εικόνα μιλάει από μόνη της. Μαγαζιά που φυτοζωούν, ελάχιστες παρέες κι αυτές μαζεμένες σε 1-2 συγκεκριμένα μέρη, και μαθητές Λυκείου που ανά ομάδες τρώνε κάτι στο χέρι και κάνουν την περατζάδα τους στην Πρωτοπαπαδάκη και τη Θυμάτων Σπερχειού. Φοιτητές, νέοι αλλά και μεγαλύτεροι πουθενά. Φαντάζομαι ότι και στα χωριά η κατάσταση δε θα διαφέρει πολύ, μιας και τα περισσότερα μαγαζιά πλέον κλείνουν το χειμώνα, ή λειτουργούν συγκεκριμένες μέρες και ώρες.

Μπαίνω λοιπόν στη διαδικασία και ρωτάω αν ήταν πάντα έτσι. Και οι απαντήσεις που παίρνω συνθέτουν μια Ερμούπολη και μία Σύρο πολύ διαφορετική, πολύ πιο ζωντανή. Να είναι άραγε μόνο θέμα χρημάτων και οικονομικής δυνατότητας; Σίγουρα παίζει κι αυτό το ρόλο του, η χρόνια και παρατεταμένη ανέχεια σου λέει έχει δραματικές επιπτώσεις στην ψυχολογία του Έλληνα. Πλέον όμως έχει μάθει, έχει προσαρμοστεί και οικονομικά έχουν υπάρξει και χειρότερες χρονιές.

Μήπως φταίει και κάτι άλλο; Πολύ συχνά ακούω την ατάκα “Και που να πας, και τι να κάνεις” ή “Παντού τα ίδια πρόσωπα” ή “Πουθενά κάτι καινούριο”. Έχοντας κάνει αρκετές συζητήσεις με ντόπιους και εξωτερικούς παρατηρητές καταλήγω ότι αυτό το νησί πάσχει ολίγον από έλλειψη πρωτοτυπίας. Και αν κάποιος κάνει κάτι καλό, θα τον αντιγράψουν άλλοι δέκα. Το αποτέλεσμα; Μέτριες πολλές φορές υπηρεσίες, πάντα σύμφωνα με την πεπατημένη, τα οποία ο κόσμος βαριέται γρήγορα, γιατί τα έχει ξαναδεί και τα έχει ξανακάνει. Και πια δεν τα στηρίζει. Από την άλλη όμως φτάνουν στ’ αυτιά μου και περιπτώσεις αξιόλογων έστω θεωρητικά προσπαθειών για να γίνει κάτι διαφορετικό σ’ αυτό το νησί, στην εστίαση, στη διασκέδαση, στην εξωστρέφεια, το οποίο δεν περπάτησε γιατί ο κόσμος δεν το στήριξε. Εδώ διακρίνω έναν διπολισμό, από τη μία βαριόμαστε τα ίδια και τα ίδια, από την άλλη όμως δύσκολα θα δώσουμε και το πράσινο φως σε κάτι που δεν ξέρουμε. Οπότε η αλλαγή νοοτροπίας που ζητάει η Σύρος για να ξαναζωντανέψει μιας αγγίζει όλους και σε κάθε επίπεδο.

Και μετά έρχονται αυτές οι ημέρες που αποκαλούμε Απόκριες και βλέπεις όσους το πιστεύουν να κυκλοφορούν μασκαρεμένοι και λες ότι είναι κρίμα αυτή η θετική διάθεση να υπάρχει μόνο μία μέρα το χρόνο. Επ’ ουδενί δεν προτείνω να κυκλοφορούμε καρναβάλια συστηματικά, η εν λόγω γιορτή δεν είναι και τόσο του γούστου μου. Αλλά αν χρειαζόμαστε έναν εξωτερικό παράγοντα για να αφήσουμε τη μιζέρια μας στο σπίτι, θα τη δω με άλλο μάτι.

Ηθικό δίδαγμα: Δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο. Δώσε κάτι όμορφο και θα το πάρεις πίσω. Ακόμα κι αν στην αρχή θέλει λίγο σπρώξιμο.