Άνοιξη δεν ήρθε ξανά

Πριν από μερικούς μήνες, διάβασα το θεατρικό έργο του Πάκο Μπεθέρα «Το μικρό μου πόνι», το οποίο είναι βασισμένο σε αληθινά περιστατικά. Ένα δεκάχρονο αγόρι πέφτει θύμα bullying, όταν επιλέγει να πάει στο σχολείο του, κρατώντας μία τσάντα με φιγούρες από την αγαπημένη του σειρά κινουμένων σχεδίων. Το σχολείο κατηγορεί το παιδί ότι, προκαλεί και μετά από ένα ντόμινο -σκληρών- επεισοδίων, ο μαθητής απομακρύνεται. Οι γονείς, προσπαθώντας να διαχειριστούν μόνοι τους την υπόθεση, παίρνουν αποφάσεις ερήμην του παιδιού τους. Η ανασφάλεια και ο φόβος για το διαφορετικό φέρνουν τη ρήξη στις σχέσεις του ζευγαριού και όλα αρχίζουν σταδιακά να γκρεμίζονται σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα… με μεγάλο ηττημένο… ποιον;

Κάποιοι θα διαβάσουν την ιστορία και θα πουν ότι, είναι στενάχωρη και ελαφρώς τραβηγμένη. «Δε γίνονται αυτά τα πράγματα σήμερα», θα σκεφτούν. «Οι εποχές έχουν αλλάξει». Κι όμως… Το 2014, στη Βόρεια Καρολίνα, απαγορεύτηκε σε ένα εννιάχρονο αγόρι η είσοδος στο σχολείο, επειδή η τσάντα του είχε εικόνες από το «Μικρό μου πόνι». Νωρίτερα, ένα παιδί έντεκα ετών, το οποίο δεν άντεχε την επίθεση και τον εκφοβισμό που βίωνε στο σχολείο του, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και από τότε, παραμένει «φυτό». Το 2014…

Κλείνουμε αυτό το κεφάλαιο και μεταφερόμαστε στην Ελλαδίτσα μας.

Πριν από μερικούς μήνες, μίλησα στο τηλέφωνο με μία οικογενειακή φίλη και παλιά γειτόνισσα, στην πόλη όπου φοίτησα. Η κουβέντα έφτασε στον εγγονό της, τον οποίο έχω να δω πάρα πολλά χρόνια. Την τελευταία φορά που τους συνάντησα, το παιδί πήγαινε ή νηπιαγωγείο ή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Πάντα θα ενδιαφερθώ και θα ρωτήσω γι’ αυτό, καθώς το γνωρίζω από τότε που ήταν στην κούνια. Γλυκό, ήσυχο, ευαίσθητο και δεμένο με τη γιαγιά του, με την οποία περνούσε σχεδόν όλη τη μέρα. Εκείνη μου είπε τα νέα του. Παίρνει καλούς βαθμούς στο σχολείο και έχει ξεκινήσει μαθήματα κάποιου μουσικού οργάνου, γιατί δεν του αρέσουν τα αθλήματα και οποιαδήποτε δραστηριότητα του φαίνεται βίαια. Τη ρώτησα αν ο μικρός έχει αλλάξει. Αν συνεχίζει να είναι κατάξανθος. Με πληροφόρησε ότι, τα μαλλιά του είναι μακριά και ολόισια. Πολλές φορές, στο δρόμο, στο σούπερ-μάρκετ και αλλού τον περνούν για κορίτσι και το παιδί εκνευρίζεται, στεναχωριέται. «Σε φέρνω συχνά στο μυαλό μου, Αντώνη», μου είπε η γυναίκα, η οποία θυμάται τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα κι εγώ την περίοδο που είχα μακρύ μαλλί.

Κάποια στιγμή, ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων προχώρησε στην έκδοση ενός λευκώματος με φωτογραφίες των μαθητών, που τραβήχτηκαν στο σχολείο. Η φωτογραφία του αγοριού μπήκε μαζί με εκείνες των κοριτσιών. Οι υπεύθυνοι απολογήθηκαν για το λάθος και «καθησύχασαν» το αγόρι, λέγοντας πως τα δικά του αντίτυπα δεν χρειάζεται να τα πληρώσει (;). Ακόμη κι αν το λάθος θεωρείται μη σκόπιμο ή ατυχές, έκανε ζημιά στην ψυχολογία του παιδιού. Και η ζημιά αυτή δεν μπορεί να διορθωθεί ούτε με μια «συγγνώμη», ούτε με τη δωρεά αναμνηστικών, τα οποία του είναι παντελώς άχρηστα και θα του θυμίζουν για πάντα τα σχόλια και τα γέλια που ακολούθησαν.

Στην πρώτη περίπτωση, δείχνουμε με το δάχτυλο ένα αγόρι που έχει τσάντα με το «Μικρό μου Πόνι». Στη δεύτερη, φέρνουμε σε δύσκολη θέση ένα αγόρι, που έχει μακριά μαλλιά. Κάποιοι, που δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος του προβλήματος, θα καταφύγουν -ίσως- στην εύκολη λύση. «Αλλάξτε του τσάντα» - «Κουρέψτε τον». Αλήθεια τώρα… Αυτή είναι η λύση; Έτσι, θα  προστατεύσουμε τα παιδιά μας; Καταπνίγοντας τα «θέλω» τους και την ανάγκη να εκφράσουν την προσωπικότητά τους; Μαθαίνοντάς τους να καταπιέζονται και να κρύβονται; Βάζοντάς τα σε μία «νόρμα» που έχουν ορίσει οι άλλοι, για να μη ξεχωρίζουν από το πλήθος; Κι αν τα πιστεύουμε πραγματικά όλα αυτά, τελικά ποιος έχει το πρόβλημα; Τα παιδιά μας ή εμείς;

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, γιατί το φαινόμενο του εκφοβισμού συντηρείται και ολοένα θεριεύει. Συντηρείται γιατί ακόμα και σήμερα δεν έχουμε αποφασίσει να βγάλουμε τα στερεότυπα από τη ζωή μας. «Τα αγόρια πρέπει να παίζουν με τον Σούπερμαν και τα κορίτσια με τη Μπάρμπι». «Τα κορίτσια έχουν μακριά μαλλιά και τα αγόρια καρφάκια». Οτιδήποτε ξεφεύγει αυτής της «κανονικότητας» κρίνεται ξένο και «αφύσικο». Το ερώτημα είναι: θα καταφέρουμε ποτέ να δούμε κάτι άλλο πέρα από την επιφάνεια ή θα παραμείνουμε για πάντα στο σκοτάδι και το κρύο ελπίζοντας πως «η άνοιξη κάποτε θα ‘ρθει;».