Θα τρίζουν τα κόκαλα των κλασικών

  • Τετάρτη, 14 Μαρτίου, 2018 - 06:18

Η φήμη μιας θεατρικής ομάδας είναι σαν μία οικοδομή, που θεμελιώνεται στο πέρασμα του χρόνου. Κάθε παράστασή της αποτελεί και ένα «τούβλο» που, αναλόγως της ποιότητάς της, ή θα τοποθετηθεί στη σωστή θέση για την ανέγερση του «κτίσματος» ή θα σε πετύχει στο δόξα πατρί και θα σε αφήσει σέκο. Αυτό δε σημαίνει ότι, μία μεμονωμένη αποτυχία συνεπάγεται και αυτόματη κατεδάφιση ή απώλεια φίλων και υποστηρικτών της ομάδας. Απλώς, θα επιφέρει μία μικρή καθυστέρηση στις ημερομηνίες παράδοσης του τελικού «έργου». Και όταν η οικοδομή θα είναι πια έτοιμη, σχεδόν κανείς δε θα θυμάται ή δε θα θέλει να θυμάται τις αστοχίες που ίσως προέκυψαν κατά τη διεκπεραίωσή της.

Το πρόβλημα εμφανίζεται στην περίπτωση που οι αστοχίες είναι πολλές και συνεχιζόμενες. Η «οικοδομή» μένει για χρόνια στα μπετά, ο «πελάτης» χάνει το ενδιαφέρον του και ο «εργολάβος» χάνει την αξιοπιστία του, μαζί με την εκτίμηση του κόσμου. Η μόνιμη σταθερότητα μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως ανθρωποδιώκτης όσο και ως γενικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την εξέλιξη του έργου, το οποίο, αντί να προχωράει δυο βήματα μπροστά, κάνει τέσσερα πίσω. Όταν θεωρείς ότι ο «εργολάβος» δεν έχει να σου προσφέρει κάτι καινούριο ή αξιόλογο, συνήθως προτιμάς να στρέψεις το βλέμμα σου στις ψηλές «πολυκατοικίες».

Κάποιοι θα σε θεωρήσουν κακοπροαίρετο ή προκατειλημμένο και κάποιοι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί σου. Δύσκολα όμως θα βρεθεί ένας γενναίος που θα μιλήσει έξω απ’ τα δόντια και θα αποδοκιμάσει τον «εργολάβο. Θα διστάσει, γιατί κανείς δεν αμφισβητεί ούτε την αγάπη του για το αντικείμενο με το οποίο έχει καταπιαστεί, ούτε την πρόθεσή του να παρουσιάσει κάτι αξιόλογο. Το κακό είναι ο «εργολάβος» να υπερεκτιμά τις ικανότητες τόσο τις δικές του, όσο και της ομάδας που «δουλεύει» γι’ αυτόν. Μπορεί εσύ να θες να χτίσεις έναν ουρανοξύστη, αλλά στην πραγματικότητα να μην έχεις τα φόντα για να το κάνεις. Ακόμα και να το προσπαθήσεις, το πιθανότερο είναι ο «Πύργος» σου να καταρρεύσει από μόνος του, χωρίς τη βοήθεια τρομοκρατικού χτυπήματος. Αν νομίζεις ότι σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχουν «θύματα», είσαι γελασμένος. Οι θεατές οι οποίοι θα έχουν πληρώσει για να δουν κάτι που τελικά δεν άξιζε ούτε το 1/10 των χρημάτων του… «θύματα» είναι κι αυτοί.

Επιπροσθέτως, όταν κάποιος χρησιμοποιεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το όνομα και την ιστορία ενός σημαντικού μνημείου για να προβάλει τη δουλειά του, θα πρέπει να είναι σίγουρος ότι αυτή είναι αντάξια του χώρου στον οποίο θα παρουσιαστεί και πως δεν θα πέσει στο κεφάλι του κοινού ο Μότσαρτ, ο Βέρντι, ο Ροσσίνι, ο Ντονιτσέττι και ο Μπελλίνι μαζί. Αντίστοιχες ομάδες που ακολούθησαν παρόμοια τακτική και υπογράμμισαν, ότι το έργο που θα αποδώσουν, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον ενάμιση αιώνα λειτουργίας του πολιτιστικού χώρου που θα τους φιλοξενήσει, έχουν δώσει στο παρελθόν εντυπωσιακά δείγματα γραφής, με τα οποία κέρδισαν την εμπιστοσύνη του κόσμου.

Άλλο το όνομα που φέρει μία ομάδα και άλλο το όνομα που έχει καταφέρει να «χτίσει» με το έργο της. Το δεύτερο μπορεί να γίνει διακριτό ακόμα και σε ένα δεκάλεπτο απόσπασμα. Ο κόσμος είναι σε θέση να αντιληφθεί, μέσα σε λίγα λεπτά, τον κόπο, την υποδομή αλλά και όλους εκείνους τους παράγοντες που συνέβαλαν στο τελικό αποτέλεσμα. Σημασία δεν έχει να λες απλά τα λόγια σου, αλλά να τα λες καλά, να κρατάς αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή μέσα από τη σκηνοθεσία που έχεις ακολουθήσει και να μην τον ωθείς στο να στέλνει μηνύματα στους διπλανούς του: «Παρωδία ταινίας της Lacta. Και πόσα φιλιά πια… Έλεος».  

Βάσει όλων των παραπάνω, μοιραία εκπλήσσεσαι όταν διαβάζεις πως, μία ομάδα η οποία –ομολογουμένως- μειονεκτεί έναντι των άλλων επέλεξε να παρουσιάσει το έργο ενός κλασικού δημιουργού, το οποίο ακόμα και έμπειροι σκηνοθέτες και ηθοποιοί τολμούν -αραιά και πού- να αγγίξουν. Χαίρομαι τις ομάδες, που έχουν συναίσθηση των δυνατοτήτων τους και περιορίζονται σε ένα ρεπερτόριο, στο οποίο μπορούν να αντεπεξέλθουν και να μην εκτεθούν. Από την άλλη, προβληματίζομαι με εκείνες, που συνεχίζουν να πορεύονται με πλήρη έλλειψη αυτογνωσίας, προτρέποντας τον κόσμο να σκεφτεί πως, για μία ακόμη φορά θα τρίζουν τα κόκαλα εκείνου, που θα βλέπει από ψηλά το έργο του να υποβαθμίζεται.