Θέατρο και προκατάληψη

Ένας από τους «εχθρούς» του θεάτρου, πέρα από τη σημερινή οικονομική στεγνότητα που υποχρεώνει το κοινό είτε να βλέπει παραστάσεις με το σταγονόμετρο, είτε να παίρνει σβάρνα τους διαγωνισμούς για δωρεάν προσκλήσεις, είναι και η προκατάληψη.

Εύκολα θα γυρίσει κάποιος την πλάτη του σε μία παραγωγή γιατί δεν του αρέσει το θέμα ή γιατί δεν εκτιμά τον σκηνοθέτη ή γιατί αμφισβητεί τις υποκριτικές ικανότητες του θιάσου. Μία προηγούμενη «αποτυχία» των συντελεστών της -υποκειμενικά ή αντικειμενικά- συνήθως γίνεται ο λόγος για να γράψουν οι θεατές την επόμενη δουλειά τους στα «μαύρα κατάστιχα». Οι ενστάσεις ποικίλουν. Άλλος ίσως βρίσκει την ιστορία προκλητική και έξω από την ιδιοσυγκρασία του και άλλος, ίσως δε συμφωνεί με τη διανομή.

Κάποιες φορές όμως, τα στάνταρντς που έχουμε στο μυαλό μας μπορεί να μας γελάσουν και να αγνοήσουμε παντελώς μία παράσταση, η οποία, αν τη βλέπαμε, ενδεχομένως να μας άρεσε. Όλα είναι πιθανά. Μία 50χρονη ηθοποιός μπορεί να παίξει το ρόλο μιας 20something κοπελίτσας και να τον απογειώσει, αλλά και μια 60άρα μπορεί να υποδυθεί μια 15χρονη ενζενί από την Άπω Ανατολή και να γελάνε και οι πέτρες, ιδίως όταν σε αυτό, βοηθάει και το ίδιο το κείμενο. «Ωωω, είσαι τόσο μικρή και δροσερή, σαν ένα φρέσκο μπουμπούκι» ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Επειδή έτυχε να δω -σχετικά πρόσφατα- κάτι ανάλογο και εφόσον έχει περάσει καιρός και μπορώ να εκφραστώ ελεύθερα, χωρίς να με καταδιώξουν «κουκλίτσες» (little dolls), θα τολμήσω να πω ότι, το συγκεκριμένο θέαμα ήταν… αποτρόπαιο. Αποχώρησα, τρέχοντας στο διάλειμμα, όχι μόνο γιατί με ενοχλούσε η ερμηνεία της μαντάμ, αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο τα χαχανητά και τους ψιθύρους εκείνων που ήταν μαζί μου στο θεωρείο. Ακόμα κι αν εγώ θεωρήσω πως αυτή ήταν μια άτυχη στιγμή, κάποιοι άλλοι θα βλέπουν στο εξής τη μαντάμ και θα αλλάζουν δρόμο. Κακώς, γιατί σε παλαιότερα έργα, που της ταίριαζαν οι ρόλοι, ήταν πολύ πιο υποφερτή. Δυστυχώς, το σύνδρομο του «μπεμπεκισμού» δεν ταλάνιζε μόνο εγχώριες σταρ, αλλά ταλαιπωρεί και άλλες μανταμίτσες του εξωτερικού, που νομίζουν ότι είναι σταρ.

Προκατάληψη υπάρχει απέναντι και στο γυμνό. Στο νησί μας έχουν πέσει προτάσεις για παραστάσεις που δείχνουν λίγη παραπάνω σάρκα και έχουν τρομοκρατήσει τους ιθύνοντες, οι οποίοι μας θύμισαν λίγο τη μάνα μας: «και τι θα πει ο κόσμος»; Έλα όμως που το γυμνό δεν καθορίζει την ποιότητα μιας παράστασης. «Γυμνό» είχε και στην «Ηλέκτρα» που είχα δει πριν από 12 χρόνια στην Επίδαυρο. Η Στεφανία Γουλιώτη γδύθηκε και βούτηξε μέσα σε μια γούρνα με νερό. Η σκηνή αυτή συμβόλιζε την κάθαρση και λύτρωση της ηρωίδας. Αν η παράσταση παιζόταν στη Σύρο, τι θα έπρεπε να κάνουμε για να μη σοκαριστούν μερικοί; Να της φορούσαμε μαγιό;

Τέλος, υπάρχουν παραστάσεις που τίθενται στο περιθώριο, λόγω των κοινωνικών θεμάτων που προσεγγίζουν: έρωτες ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου, θρησκεία κλπ. Κάποιοι που έχουν συγκεκριμένες απόψεις για ορισμένα θέματα, δεν θέλουν καν να μπουν στη διαδικασία να δουν κάτι, που πιστεύουν ότι θα τους εκνευρίσει. Και οι άνθρωποι αυτοί καταδικάζουν μια δουλειά, χωρίς να έχουν έστω μια εικόνα αυτού που παρουσιάζεται. Τρανό παράδειγμα το «Jesus Christ Superstar». Το μιούζικαλ αυτό παίζεται για δεκαετίες σε όλο τον κόσμο και μόνο στη χώρα μας έγινε ο κακός χαμός. Διαδηλωτές έξω από το θέατρο εμπόδιζαν για μήνες τον κόσμο που πήγαινε να δει τηνπαράσταση, με αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιά σε μια αξιόλογη και προσεγμένη παραγωγή που ούτε προσβάλλει, ούτε βλασφημεί, ούτε προσπαθεί να καταλύσει θεσμούς και ιδανικά. Παρόλα αυτά, πολλοί αρνούνται να δεχτούν τα πάθη του Χριστού, συνοδεία τραγουδιών και χορών. Αυτό ισχύει και στο δικό μου σπίτι. Η μητέρα μου είχε παγώσει με τις περιγραφές μου και δεν πείστηκε με τις περιγραφές μου. Αυτοί όμως που έχουν παρακολουθήσει μία παράσταση έχουν ένα πλεονέκτημα παραπάνω και μπορούν να κρίνουν.

Το ευτύχημα είναι ότι, παρά τους δύσκολους καιρούς, υπάρχει ποικιλία παραστάσεων, οι οποίες καλύπτουν όλα τα γούστα. Στις μεγάλες πόλεις όμως, γιατί στην περιφέρεια, είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Συνήθως βλέπουμε αυτά που οι άλλοι θέλουν να δούμε. Κι όσο υπάρχει εύκαιρη η δικαιολογία της οικονομικής δυσχέρειας, ποτέ δεν θα μάθουμε αν η προκατάληψη συνεχίζει να μεσουρανεί και να καθορίζει το πρόγραμμά μας.