Το Πάσχα της Χαρούλας Πεπονάκη

Πάσχα. Η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Περίοδος βαθιάς πνευματικής περισυλλογής και ηρεμίας. Ναι… αν καθίσεις στο σπίτι σου και δεν πας πουθενά, ισχύει. Αν βγεις έξω και συναναστραφείς με κόσμο, ξέχνα το.

Ρετιρέ. Η «vintage» σειρά του Γιάννη Δαλιανίδη. Μικρός αναρωτιόμουν «γίνεται όλοι οι χαρακτήρες να είναι τόσο νευρασθενικοί;». Τα χρόνια πέρασαν και πήρα την απάντησή μου. Γίνεται. Η Χαρούλα Πεπονάκη… είμαι εγώ.

Τουρισμός. Διαδεδομένος τρόπος ψυχαγωγίας και σημαντική πηγή εσόδων για περιοχές που ζουν από αυτό. Η άνθησή του εξαρτάται από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου και από το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Αγένεια. Η προσβλητική συμπεριφορά, η έλλειψη διακριτικότητας και το «κλειδί» για να μη σταυρώσεις ποτέ τουρίστα.

Πώς συνδέονται όλα αυτά; Όταν περιμένεις κόσμο το Πάσχα, οργανώνεσαι αναλόγως και φέρεσαι αξιοπρεπώς για να μην ξυπνήσεις στον πελάτη τη «Χαρούλα Πεπονάκη» που κρύβει μέσα του και ακούσεις κανένα «Α πάαινε, ρε καημένε».

Μεσημέρι Μεγάλης Παρασκευής. Καθόμαστε σε κεντρικό μεζεδοπωλείο. Παραγγέλνουμε στις 14:00, το φαγητό έρχεται στις 15:00. Ένας άνθρωπος μόνος του για όλα. Να στρώσει τα τραπέζια, να πάρει τις παραγγελίες, να σερβίρει, να μαζέψει, να κόψει αποδείξεις, να πληρωθεί. Εν τω μεταξύ, το μαγαζί γεμάτο. Εγώ πάρτι κάνω στο σπίτι μου και ζητάω ενισχύσεις. Σύμφωνα με τη λογική, όταν ξέρεις πως θα πλακώσει δουλειά, έχεις βοήθεια. Εκτός κι αν είσαι ο Βέγγος. Έρχεται ο λογαριασμός και βγάζουμε την κάρτα. «Συγγνώμη, έχει χαλάσει το POS». Πώςςςςςςςςςς; Και πρέπει τώρα να πάμε μέχρι την τράπεζα να σηκώσουμε χρήματα και να ξανάρθουμε; «Εδώ είμαι εγώ, περιμένω», λαμβάνουμε ως απάντηση. Ε, θα τρελαθώ. Μες την τούρλα του Σαββάτου και κάποιοι δεν έχουν τερματικό. Το έχουμε τερματίσει. Και πες… εμείς είμαστε γνωστοί. Και να φύγουμε χωρίς να πληρώσουμε, όλο και κάπου θα μας πετύχει. Τους τουρίστες πού θα τους βρει, αν την κάνουν με ελαφρά; Γι’ αυτό φροντίζουμε ή να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι ή να ενημερώνουμε τον κόσμο πριν στουμπώσει από τα καλαμαράκια και τα χταπόδια.

Πρωί Μεγάλου Σαββάτου. Καθόμαστε σε καφετέρια της παραλίας και οι μισοί σκεφτόμαστε να τσιμπήσουμε κάτι. Συμβουλευόμαστε γρήγορα τον κατάλογο και ανακοινώνουμε την απόφασή μας: τσιαπάτες. Η υπάλληλος γυρίζει με υφάκι και λέει: «Τι μέρα είναι; Σάββατο; Εντάξει, οι φούρνοι είναι ανοιχτοί. Θα πάμε να πάρουμε». Και μένει να μας κοιτάζει… για κάμποσα δευτερόλεπτα. Κινηματογραφική σιωπή. «Το βλέμμα της σερβιτόρας» - Μεγάλη Τσιαπάτα Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών. Συγχαρητήρια, κούκλα μου. Και εις ανώτερα. Άντε τώρα να φέρεις την παραγγελία μας, γιατί αν πιστεύεις ότι θα νιώσουμε άσχημα ή θα προσφερθούμε να σου κάνουμε εμείς τα ψώνια, θα περιμένεις αρκετά. Το πολύ να κερδίσεις και το Χρυσό Πεπόνι στο Φεστιβάλ του Γαλησσά. Ίδια επιχείρηση, δεύτερο συνεχόμενο ατόπημα με διαφορετικό καστ όμως. Πέρυσι είχαμε ζητήσει ντεκαφεϊνέ, φέτος τσιαπάτα. «Μας τελείωσε», ήταν η απάντηση. Κοίτα και μένα μου τελείωσε το χαρτί υγείας στο σπίτι και ζήτησα ένα ρολό από τη μάνα μου. Αλλά μένω μόνος μου. Αν είχα καλεσμένους, θα είχα φροντίσει να πάω στο σούπερ μάρκετ και να εφοδιαστώ. Δεν θα έλεγα στους ανθρώπους «έχω εφημερίδες, αν θέλετε να χρησιμοποιήσετε». Άλλωστε τις κρατάω αρχείο. Μη θυμηθώ που η μάνα μου έπιασε μερικές και τις έστρωσε στο χαλί, επειδή πετάγονται τα λάδια στο τηγάνισμα…. θα συγχυστώ. Μετά από 45 λεπτά ήρθαν οι τσιαπάτες. Μπαγιάτικες, ζαρωμένες, μισογεμισμένες. Μετανιώσαμε που δεν ζητήσαμε να μας φέρει κάτι άλλο από τον φούρνο, μια πατατόπιτα ας πούμε.

Απόγευμα Κυριακής του Πάσχα. Πηγαίνω και βρίσκω την παρέα μου σε μια άλλη καφετέρια. «Τι θα πάρεις;», με ρωτάει η φίλη μου. «Έναν φρέντο», απαντάω εγώ. Επί μισή ώρα, οι σερβιτόροι μας αγνοούν επιδεικτικά. Ούτε ένας δεν έχει σηκώσει το βλέμμα του να δει τα χέρια μας, που κοντεύουν να πάθουν αγκύλωση. Η φίλη μου απελπίζεται και πηγαίνει εκείνη στο μέρος τους. Δύο λεπτά αργότερα, τσουπ… εμφανίζεται ένας σερβιτόρος. «Έναν φρέντο καπουτσίνο», παρακαλώ. «Δεν θα παραγγείλετε σε μένα. Θα σας στείλω άλλο σερβιτόρο», με ενημερώνει αυτός. Να μη σας τα πολυλογώ. Σήμερα είναι Τετάρτη… κι ακόμα να πιώ καφέ. Γιατί έτσι είναι, όταν το παίζεις κλασάτο μαγαζί με πενήντα άτομα προσωπικό, ο φρέντο χάνεται στη μετάφραση.

Ντριν, ντριν. «Cosmos, λέγετε παρακαλώ. Τι; Ήρθατε στο νησί για το Πάσχα και περάσατε υπέροχα; Είμαστε τυχεροί που εμείς μένουμε μόνιμα εδώ; Α πάαινε, ρε καημένε. Α-πά-αι-νε ρε».