Βρε παραπονάκι, με πότισες φαρμάκι

Όταν κάποιος σου εξομολογείται κατ’ ιδίαν προσωπικές σκέψεις και συναισθήματα, όπως πικρία ή απογοήτευση, οφείλεις να τα κρατήσεις για τον εαυτό σου.

Όταν οι θέσεις αυτές αποτελούν δημόσιες δηλώσεις, έχεις την υποχρέωση να τις καταγράψεις και να τις προβάλεις.

Όταν τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται, στο πλαίσιο μίας ανοιχτής εκδήλωσης, πλέον, έχεις το δικαίωμα να τα σχολιάσεις.

Η παρουσίαση του λευκώματος «Η Ελλάδα μέσα από 231 ιστορικά πιάτα (1863 - 1973)» μπορεί δικαίως να χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο επιτυχημένες εκδηλώσεις του είδους που, έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στη Σύρο.

Ενδιαφέρον θέμα, πολύτιμες πληροφορίες για τη μεγάλη βιομηχανική ιστορία της Ερμούπολης, λαμπερή φιλοξενούμενη που εμπνέει κύρος, θαυμασμό και συμπάθεια στο κοινό,  άρτια διοργάνωση με την επιμέλεια δύο συνεργαζόμενων υπηρεσιών του Δήμου… του Τμήματος Πολιτισμού και της Δημοτικής Βιβλιοθήκης.

Το βιβλίο που, βασίστηκε στη σπάνια συλλογή πιάτων της κ. Λόλας Νταϊφά, εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2016. Από τότε, έχει παρουσιαστεί στο Μουσείο της Ακρόπολης στην Αθήνα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο κέντρο της Πάτρας, στο Μέγαρο Σαραφόπουλου στο Βόλο, στο Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας και στο ιστορικό καφέ «Κήπος», στα Χανιά.

Επιθυμία της συλλέκτριας ήταν να γνωρίσει τα «πιάτα» της και στο κοινό της πρωτεύουσας των Κυκλάδων, καθώς τα περισσότερα εξ’ αυτών φέρουν στην πίσω όψη τους υπογραφές εργοστασίων της Σύρου. 

Σε συνέντευξή της στην «Κοινή Γνώμη», η κ. Νταϊφά υπογράμμισε πως, σε όλους τους σταθμούς αυτού του οδοιπορικού, η πρωτοβουλία για την παρουσίαση του λευκώματος προήλθε από τους ίδιους τους οικοδεσπότες, εξηγώντας πως, η Σύρος αποτελεί τον μοναδικό τόπο, ο οποίος δεν της απηύθυνε ανάλογη πρόσκληση.

Η φράση αυτή άρχισε να με προβληματίζει όταν, ειπώθηκε ξανά, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης στο Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης. «Μόνο εδώ στη Σύρο, το επιδίωξα εγώ», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Νταϊφά, προσθέτοντας πως, σε μία τυχαία συνάντησή της με τον Βαγγέλη Περρή, τον ρώτησε δειλά – δειλά, εάν θα ενδιέφερε το νησί, η γνωριμία  του με το βιβλίο. Ο ίδιος ανέλαβε δράση, η συλλέκτρια επικοινώνησε τόσο με την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού, Θωμαή Μενδρινού, όσο και με την εντεταλμένη σύμβουλο Βιβλιοθηκών, Μαρίζα Αγγελοπούλου, τα πράγματα πήραν το δρόμο τους και τα «πιάτα» επισκέφτηκαν τελικά τον τόπο, όπου «γεννήθηκαν».

Η πικρία που εκφράστηκε για δεύτερη φορά από την κ. Νταϊφά με έβαλε σε σκέψεις. Όλο το προηγούμενο διάστημα, η Σύρος αγνοούσε την ύπαρξη του λευκώματος ή το γνώριζε και αδιαφόρησε; Διότι, έχει αποδειχθεί πολλές φορές, πως οι τοπικοί φορείς αγκαλιάζουν θερμά κάθε έργο (θεατρική παράσταση – βιβλίο κλπ.) με αναφορές στο νησί μας. Δεν είναι λίγα τα μυθιστορήματα με τόπο δράσης την πρωτεύουσα των Κυκλάδων, που έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς στη φιλόξενη αίθουσα της Βιβλιοθήκης. Σύμφωνα με πληροφορίες που αλίευσα από την πλευρά των διοργανωτών, στο παρελθόν είχε γίνει ανάλογη κρούση, αλλά το θέμα σταμάτησε εκεί. Όταν θέλησα να μάθω το λόγο, έλαβα ως απάντηση «Μην πιάσουμε αυτή την ιστορία. Σημασία έχει ότι, η παρουσίαση έγινε τώρα».

Η άποψη αυτή δε με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, διότι τα λάθη του παρελθόντος που έχουν «εκθέσει» κατά κάποιον τρόπο τον Δήμο και το νησί μας, θα έπρεπε να μας απασχολούν περισσότερο.

Οι παρουσιάσεις βιβλίων αποτελούν αρμοδιότητα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Σύρου – Ερμούπολης, η Επιτροπή της οποίας, ως γνωστόν, υπολειτουργούσε για δυόμισι περίπου χρόνια. Αν μία πρόταση κατατέθηκε την περίοδο των συνεχών πήγαινε – έλα στο διοικητικό συμβούλιο της Επιτροπής, το πιο πιθανό είναι να την έφαγε η μαρμάγκα. Διότι, οι υπάλληλοι της Βιβλιοθήκης έπρεπε να κάνουν τάμα για να βρουν έναν υπεύθυνο να δώσει την άδειά του.

Τα σοβαρά αυτά προβλήματα άρχισαν να λύνονται όταν η Επιτροπή μας αποχαιρέτησε στις αρχές του 2017. Η Βιβλιοθήκη απέκτησε έναν εντεταλμένο σύμβουλο, που ασχολείται επί της ουσίας και ανάσανε. Τον τελευταίο χρόνο έχουν γίνει αξιόλογες προσπάθειες για την αναβάθμισή της και οι δράσεις που φιλοξενούνται σε αυτήν διαδέχονται πλέον η μία την άλλη. Η σημερινή διοίκησή της δεν θυμίζει σε τίποτα την –ανύπαρκτη- διοίκηση των προηγούμενων ετών, χάρη στην οποία είμαστε υποχρεωμένοι τώρα ως νησί να ακούμε και να δεχόμαστε τα δημόσια παράπονα ανθρώπων που είδαν την πλάτη μας, ελλείψει της ικανότητας αναγνωρίσουμε και να αντιληφθούμε το πολύτιμο έργο που ανέκαθεν επιτελούσε η συγκεκριμένη δομή.