Α ρε καημένε...

Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, λένε και ίσως στην περίπτωσή σου έχουν δίκιο. Τα πάντα γύρω σου φωνάζουν παρακμή και αποσύνθεση κι εσύ συνεχίζεις ατάραχος τους γύρους του θριάμβου. Α, ρε καημένε, σηκώνεις τα χέρια ψηλά, κάνοντας με τα δύο δάχτυλα το σήμα της νίκης, αλλά όσοι σε βλέπουν κάνουν άλλο σήμα, χρησιμοποιώντας όλα τα δάχτυλα.

Α, ρε καημένε. Έχεις χάσει κάθε επαφή με την κοινωνία, ενώ παράλληλα χάνεις και τον ελάχιστο ίσως σεβασμό που είχες κερδίσει, αρχικά. Φαίνεται να μην επηρεάζει διόλου τη θριαμβολογία τη δική σου και της “παρέας” σου, η πλήρης έλλειψη εκτίμησης από τον κόσμο, που σε λίγο καιρό, θα πλησιάζετε παρακαλώντας, για να σας χαρίσει την ψήφο του.

Α, ρε καημένε. Έχεις χάσει επίσης κάθε επαφή με τους ανθρώπους που επέλεξαν να σε πλαισιώσουν. Οι ίδιοι άνθρωποι που είδαν σε σένα, μία φρέσκια ματιά, ένα νέο μυαλό, έναν ξεκούραστο και προσιτό “μπροστάρη”, τώρα βλέπουν ένα μυαλό, που δεν φάνηκε να αποτινάζει ποτέ από πάνω του τις παλιές, παθογόνες, νοοτροπίες, έναν καθοδηγητή κοντόφθαλμο, που αδυνατεί να δει το δάσος και πετά πυροτεχνήματα, για κάτι που έκανε σε ένα κλαδί ενός δέντρου, έναν άνθρωπο, που φαίνεται μέσα σε πέντε χρόνια, να κουράστηκε και να παρέδωσε τις δυνάμεις του.

Α, ρε καημένε. Έχεις χάσει την επαφή με τον ίδιο σου τον εαυτό. Προσποιείσαι, ότι είσαι κάτι άλλο, κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό από τον πραγματικό σου χαρακτήρα. Προσπαθείς να πείσεις τον κόσμο, ότι αυτή είναι η πραγματικότητά σου, ωστόσο, εσύ ο ίδιος δεν καταφέρνεις να συγκρατείς τον πραγματικό σου εαυτό, από το να κάνει τη μία απερισκεψία μετά την άλλη, από το να λέει τα λάθος πράγματα τη λάθος στιγμή, από το να βγάζει προς τα έξω τις πραγματικές έγνοιες σου, τα πραγματικά σου “θέλω”, τις πραγματικές επιδιώξεις σου.

Α, ρε καημένε. Δεν μπορείς να τα βάζεις με τον κόσμο, όταν τα τα κυριαρχικά σου απωθημένα, δεν σε αφήνουν να ακούσεις την κριτική, να μάθεις από αυτή, να προσαρμοστείς και να προχωρήσεις σε σωστή βάση, με νηφαλιότητα. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται, ότι όχι μόνο δεν τον ακούς, αλλά δεν τον υπολογίζεις κιόλας.

Α, ρε καημένε. Έχεις κλειστεί μέσα σε ένα καβούκι από λίγους αυλοκόλακες, που εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες σου, σε κατευθύνουν, προς κατευθύνσεις που εξυπηρετούν μόνο το σκληρό πυρήνα του κονκλάβιου, ίσως. Αυλοκόλακες, που λειτουργούν ως μαντρόσκυλα, προκειμένου εσύ να κοιμάσαι στο εσωτερικό του κύκλου σου, τον ύπνο του δικαίου. Εξ αρχής μόνιμη έγνοια σου ήταν να έχεις γύρω σου άτομα που να λένε αυτά που θέλεις να ακούσεις και να κάνουν αυτά που θέλεις εσύ να γίνουν. Απομάκρυνες και συνεχίζεις να απομακρύνεις όλους, όσοι είναι ικανοί, διότι έχουν αυτοπεποίθηση, γνώση και όραμα και φυσικά δεν σου κάνουν τη χάρη να σου χαϊδεύουν το εύθραυστο και ευαίσθητο “Εγώ” σου, πηγαίνοντας πάντοτε με τα νερά σου, ακόμη κι όταν έχεις άδικο. Βέβαια, βλέποντας τέτοιες συμπεριφορές, εξατμίζεται και η όποια υποψία βούλησης, μπορεί να υπήρχε, από άλλα ικανά άτομα, να σε στηρίξουν στον επικείμενο αγώνα σου και απ' ό,τι δείχνουν όλα, οι άνθρωποι με ικανότητες πλέον, σε βλέπουν και αλλάζουν δρόμο.

Α ρε καημένε. Η αυλή, όμως, που φρόντισες να γεμίσεις με θεριά, στο τέλος, βλέποντας τα “σκούρα”, θα γυρίσει εναντίον σου να σε κατασπαράξει και φυσικά, δεν θα έχει μείνει κοντά σου κανείς, που να έχει την ικανότητα να σε σώσει. Καημένε.