Φόβοι για άλμα επιτοκίων στο 2,75% - Οι συνέπειες για δανειολήπτες, επιχειρήσεις, οικονομία

Διαφήμιση

Ηεπανεμφάνιση γεωπολιτικών κινδύνων στη Μέση Ανατολή επανακαθορίζει τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική στην Ευρωζώνη, με τις αγορές να «βλέπουν» πλέον ένα πιο επιθετικό σενάριο για τα επιτόκια. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εκτιμήσεις που θέλουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρά έως και σε τρεις αυξήσεις επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους, οδηγώντας το βασικό επιτόκιο στο 2,75% από 2% σήμερα.

 

Αν και πρόκειται για ένα σενάριο που χαρακτηρίζεται μαξιμαλιστικό, αποτυπώνει το αυξημένο ρίσκο που συνεπάγεται η διατήρηση της έντασης στην περιοχή, αλλά και την πιθανότητα νέας ανόδου στις τιμές της ενέργειας. Οι πληθωριστικές πιέσεις που ήδη καταγράφονται φαίνεται να ανακόπτουν την τάση αποκλιμάκωσης των επιτοκίων που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, με τις αγορές να προεξοφλούν πλέον τουλάχιστον μία αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης.

 

Το σήμα δίνεται από την πορεία του Euribor, το οποίο λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός μετάδοσης των αυξήσεων στην πραγματική οικονομία. Το Euribor 3μήνου έχει ήδη κινηθεί ανοδικά, φτάνοντας στο 2,13% από περίπου 1,9% στις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ το Euribor 12μήνου ενσωματώνει τις προσδοκίες για περαιτέρω άνοδο.

Για τους δανειολήπτες, η προοπτική ανόδου των επιτοκίων στο 2,75% μεταφράζεται σε άμεση αύξηση των μηνιαίων δόσεων. Τα περισσότερα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια στην Ελλάδα είναι κυμαινόμενου επιτοκίου και συνδέονται με το Euribor ενός ή τριών μηνών. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεταβολή περνά σχεδόν αυτόματα στο κόστος εξυπηρέτησης των δανείων.

Η επιβάρυνση αρχίζει ήδη να γίνεται αισθητή, καθώς οι δόσεις ανατιμολογούνται από τον τρέχοντα μήνα. Για ένα μέσο στεγαστικό δάνειο, ακόμη και μικρές αυξήσεις στο επιτόκιο μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική επιπλέον μηνιαία δαπάνη, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η πίεση είναι εντονότερη για όσους βρίσκονται στα πρώτα χρόνια αποπληρωμής, όπου το μεγαλύτερο μέρος της δόσης αφορά τόκους.

Ταυτόχρονα, τα δάνεια του προγράμματος «Σπίτι μου», αν και επιδοτούμενα κατά 50%, παραμένουν εκτεθειμένα στις διακυμάνσεις του Euribor. Παρά το γεγονός ότι το τελικό επιτόκιο διαμορφώνεται κοντά στο 1,9%, μια περαιτέρω άνοδος των επιτοκίων θα αυξήσει το κόστος για τους δικαιούχους, έστω και σε μικρότερο βαθμό.

Διαφήμιση

Για τις επιχειρήσεις, η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική. Η αύξηση του κόστους χρήματος περιορίζει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και καθιστά πιο ακριβή την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων. Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες βασίζονται σε τραπεζικό δανεισμό για τη λειτουργία και την ανάπτυξή τους.

Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη λόγω της πίεσης που ασκείται από το χρονοδιάγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης. Η επίσπευση της προθεσμίας για τις συμβάσεις έως τα τέλη Μαΐου δημιουργεί έντονη ζήτηση για νέα δάνεια, ωστόσο εκτιμάται ότι σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων δεν θα καταφέρει να ενταχθεί. Αυτό σημαίνει ότι πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να χάσουν την πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό σε μια περίοδο που το κόστος χρήματος αυξάνεται.

Παρά την προσωρινή αύξηση της ζήτησης, οι προοπτικές παραμένουν αβέβαιες. Το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις, ενώ η γενικότερη αβεβαιότητα περιορίζει τη διάθεση ανάληψης ρίσκου.

Στην αγορά κατοικίας, οι πιέσεις είναι ήδη εμφανείς. Η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παραμένει χαμηλή, ενώ η άνοδος των επιτοκίων ενισχύει την επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών. Τα σταθερά επιτόκια που προσφέρουν οι τράπεζες –περίπου 3,8%-3,9% για δεκαετία– λειτουργούν ως «ανάχωμα», ωστόσο η αντοχή τους θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού και της γεωπολιτικής κρίσης.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει πόσο ευαίσθητο είναι το περιβάλλον των επιτοκίων. Το ενεργειακό σοκ του 2022 οδήγησε σε εκτίναξη του Euribor από αρνητικά επίπεδα στο 3,9% μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αντίστοιχες πιέσεις, έστω και σε μικρότερη ένταση, δεν μπορούν να αποκλειστούν και σήμερα.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το σενάριο ανόδου των επιτοκίων στο 2,75%, ακόμη και αν δεν υλοποιηθεί πλήρως, λειτουργεί ήδη ως παράγοντας πίεσης για την οικονομία. Δανειολήπτες και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος και περιορισμένη ορατότητα για το μέλλον, σε ένα περιβάλλον όπου οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την επόμενη ημέρα.

https://www.imerisia.gr/