Οι επικεφαλής των μεγαλύτερων αεροπορικών εταιρειών συναντώνται στο Ρίο ντε Τζανέιρο για την ετήσια σύνοδο της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών (IATA), σε μια περίοδο κατά την οποία η μεταπανδημική ανάκαμψη του κλάδου δοκιμάζεται από το αυξημένο κόστος καυσίμων, τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις συνεχιζόμενες καθυστερήσεις στις παραδόσεις νέων αεροσκαφών.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ανεβάσει τις τιμές των καυσίμων και έχει προκαλέσει διαταραχές στον εναέριο χώρο, αναγκάζοντας τις αεροπορικές εταιρείες να επανεξετάσουν τα δρομολόγια, το κόστος και την τιμολογιακή τους πολιτική. Την ίδια στιγμή, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις από Boeing και Airbus υποχρεώνουν πολλούς αερομεταφορείς να διατηρούν σε λειτουργία παλαιότερα και λιγότερο αποδοτικά αεροσκάφη, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τόσο οι δαπάνες συντήρησης όσο και η κατανάλωση καυσίμων.
Η IATA, η οποία εκπροσωπεί περισσότερες από 370 αεροπορικές εταιρείες που αντιστοιχούν περίπου στο 85% της παγκόσμιας αεροπορικής κίνησης, είχε προβλέψει πριν από τον πόλεμο καθαρά κέρδη-ρεκόρ ύψους 41 δισ. δολαρίων για τον κλάδο το 2026. Ωστόσο, στελέχη της αγοράς και αναλυτές αναμένουν ότι η πρόβλεψη αυτή θα αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά τη διάρκεια της συνόδου.
Σύμφωνα με έρευνα της Deloitte σε 21 διευθύνοντες συμβούλους αεροπορικών εταιρειών, η μεταβλητότητα στις τιμές των καυσίμων και ο πληθωρισμός βρίσκονται πλέον στην κορυφή των κινδύνων για τον κλάδο, ωθώντας τις εταιρείες να δώσουν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον έλεγχο του κόστους και στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής τους αντοχής.
Η πίεση είναι ήδη ορατή. Η βραζιλιάνικη Azul σχεδιάζει να περιορίσει περαιτέρω τις πτήσεις της, προσαρμόζοντας την προσφορά στη ζήτηση υπό το βάρος των υψηλότερων τιμών καυσίμων. Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Air New Zealand, Nikhil Ravishankar, προειδοποίησε ότι οι αεροπορικές εταιρείες μπορούν να αυξήσουν τις τιμές των εισιτηρίων μόνο μέχρι ενός σημείου. Εάν οι ναύλοι ανέβουν υπερβολικά, η ζήτηση θα υποχωρήσει και οι εταιρείες θα αναγκαστούν να μειώσουν τις πτήσεις τους.
Το βασικό ερώτημα για τον κλάδο είναι πόσο μεγάλο μέρος του αυξημένου κόστους μπορεί να μετακυλιστεί στους επιβάτες χωρίς να πληγεί η ζήτηση. Μέχρι στιγμής, οι μετακινήσεις παραμένουν ανθεκτικές σε αρκετές μεγάλες αγορές, κυρίως στην κατηγορία των premium και εταιρικών ταξιδιωτών. Στις ΗΠΑ, οι δημοσιευμένοι εγχώριοι ναύλοι έως τις 25 Μαΐου εμφάνιζαν ισχυρή άνοδο, με τις τιμές μία εβδομάδα πριν από την αναχώρηση να είναι αυξημένες κατά 35,8% σε ετήσια βάση και τις τιμές τέσσερις εβδομάδες πριν από την αναχώρηση κατά 39,4%, σύμφωνα με τη Raymond James.
Ωστόσο, τα περιθώρια δεν είναι απεριόριστα. Οι υψηλότεροι ναύλοι μπορούν να βοηθήσουν τις εταιρείες να ανακτήσουν μέρος του κόστους των καυσίμων, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να απομακρύνουν ταξιδιώτες με πιο περιορισμένο προϋπολογισμό. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε αγορές όπου τα νομίσματα είναι αδύναμα, η καταναλωτική δαπάνη δέχεται πίεση ή οι αεροπορικές εταιρείες δεν διαθέτουν την τιμολογιακή ισχύ των μεγάλων δικτύων.
Παρά τις πιέσεις, ορισμένοι αερομεταφορείς συνεχίζουν να σχεδιάζουν την επόμενη φάση ανάπτυξης. Η Singapore Airlines βρίσκεται σε συνομιλίες για την αγορά τουλάχιστον 50 μεγάλων αεροσκαφών ευρείας ατράκτου, ενώ η Qantas εξετάζει παραγγελία περίπου 20 αεροσκαφών από Airbus ή Boeing. Το ενδιαφέρον για νέους στόλους δείχνει ότι οι μεγάλες εταιρείες εξακολουθούν να βλέπουν μακροπρόθεσμη δυναμική στη ζήτηση, ακόμη και αν βραχυπρόθεσμα η μάχη για τα περιθώρια κέρδους γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Moneyreview.gr με πληροφορίες από Reuters