Οι νέοι πρωταθλητές των εξοχικών στην Ελλάδα - Πού χτυπάει κόκκινο η ζήτηση

Διαφήμιση

Σε πιο ώριμη φάση φαίνεται να περνά η αγορά δεύτερης κατοικίας στην Ελλάδα, καθώς η ζήτηση παραμένει ισχυρή, αλλά οι αγοραστές εξετάζουν πλέον με μεγαλύτερη προσοχή την τοποθεσία, την ποιότητα του ακινήτου, τη δυνατότητα μελλοντικής αξιοποίησης και τη διατήρηση της αξίας του σε βάθος χρόνου.

Όπως προκύπτει από την τελευταία έρευνα της Engel & Völkers Ελλάδος για το 2026, το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς ενδιαφέροντος εξακολουθεί να κατευθύνεται στους πιο προβεβλημένους προορισμούς, όπως οι Κυκλάδες, ενώ την ίδια στιγμή αναδεικνύονται περιοχές που μέχρι πρόσφατα κινούνταν χαμηλότερα στον επενδυτικό χάρτη.

Σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα παραμένει η ζήτηση για πολυτελείς δεύτερες κατοικίες, με τους ξένους αγοραστές να αποτελούν σε πολλούς κορυφαίους προορισμούς από το 60% έως και το 85% της αγοράς, ενώ το ενδιαφέρον προέρχεται κυρίως από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ελβετία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, την Ιταλία, την Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Βόρεια Ευρώπη.

Στο επίκεντρο της ζήτησης παραμένουν τα ακίνητα που συνδυάζουν θέα, ιδιωτικότητα, καλή πρόσβαση και υψηλή ποιότητα κατασκευής, με την έννοια του εξοχικού να έχει διευρυνθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν. Για αρκετούς Έλληνες και ξένους αγοραστές, η δεύτερη κατοικία δεν αποτελεί μόνο επιλογή διακοπών, αλλά περιουσιακό στοιχείο που συνδέεται με την προσωπική χρήση, τη μακροπρόθεσμη υπεραξία και, σε πολλές περιπτώσεις, τη δυνατότητα εισοδήματος μέσω μισθώσεων, γεγονός που κάνει την αγορά πιο απαιτητική και ταυτόχρονα πιο επιλεκτική.

Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στα χαρακτηριστικά των ακινήτων που ζητούνται περισσότερο, καθώς οι αγοραστές δεν περιορίζονται πλέον στην αναζήτηση μιας κατοικίας κοντά στη θάλασσα, αλλά στρέφονται σε ακίνητα με ιδιαίτερο χαρακτήρα, νομική καθαρότητα, υψηλή αισθητική, ενεργειακές λύσεις, έτοιμη κατάσταση κατοίκησης και προοπτική διατήρησης της αξίας τους.

Τη μετάβαση αυτή περιγράφει και ο CEO της Engel & Völkers Ελλάδος, Γιώργος Πετράς, συνδέοντάς τη με τη μετάβαση της αγοράς από την περίοδο της απλής ανάκαμψης σε μια πιο ώριμη φάση εξέλιξης.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι επενδυτές κινούνται πλέον με πιο στρατηγικό τρόπο, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην αρχιτεκτονική καινοτομία, στην ποιότητα κατασκευής, στη βιωσιμότητα και σε ακίνητα που προσφέρουν ιδιωτικότητα, ανεμπόδιστη θέα και άμεση επαφή με το φυσικό τοπίο.

 

Μεγάλος πρωταγωνιστής οι Κυκλάδες

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Engel & Völkers Ελλάδος, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της αγοράς στις Κυκλάδες είναι η Πάρος. Το νησί καταγράφεται ως η πιο ενεργή αγορά ακινήτων του συμπλέγματος, με υψηλό όγκο συναλλαγών, έντονη αναπτυξιακή δραστηριότητα και ζήτηση που δεν περιορίζεται πια μόνο στο lifestyle, αλλά αποκτά όλο και πιο έντονο επενδυτικό χαρακτήρα.

Η μέση τιμή στην Πάρο κινείται από 5.500 έως 10.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι ξένοι αγοραστές αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% έως 70% της ζήτησης.

Ισχυρή παρουσία έχουν οι Γάλλοι, οι Ελβετοί, οι Γερμανοί και οι Ισραηλινοί. Οι πιο περιζήτητες περιοχές παραμένουν η Νάουσα και η ευρύτερη ζώνη προς τις Αμπελάδες, ενώ το ενδιαφέρον ενισχύεται και στην ανατολική και νοτιοανατολική πλευρά του νησιού, σε περιοχές όπως το Ιστέρνι, τα Τσουκαλιά και οι Τζάνες, όπου οι αγοραστές αναζητούν μεγαλύτερη ιδιωτικότητα, ανεμπόδιστη θέα στην ανατολή και λιγότερη έκθεση στους ανέμους.

Την ίδια ώρα, η Μύκονος διατηρεί τον δικό της διακριτό ρόλο στην αγορά, όχι τόσο λόγω του όγκου συναλλαγών όσο λόγω της διεθνούς αναγνωρισιμότητας και της σταθερής παρουσίας της στο ανώτερο τμήμα των πολυτελών εξοχικών κατοικιών. Οι τιμές κινούνται από 7.500 έως 12.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με τους ξένους αγοραστές να αντιπροσωπεύουν επίσης περίπου το 60% έως 70% της ζήτησης.

Η περιορισμένη κατασκευαστική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με το πάγωμα των νέων οικοδομικών αδειών, έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο την προσφορά νεόδμητων πολυτελών κατοικιών, στηρίζοντας τις τιμές των ήδη διαθέσιμων ακινήτων υψηλών προδιαγραφών. Η δυτική πλευρά του νησιού, ο Άγιος Ιωάννης, η Αλεόμανδρα, ο Ορνός και τα Κανάλια παραμένουν από τις πιο δυνατές περιοχές, ενώ η Φτελιά, ο Καλαφάτης και το Καλό Λιβάδι προσελκύουν όσους αναζητούν μεγαλύτερα ακίνητα και πιο ήσυχο παραθαλάσσιο περιβάλλον.

Η Σαντορίνη κρατά τη δική της θέση στο premium κομμάτι της αγοράς, με τιμές από 4.500 έως 8.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η Οία, το Ημεροβίγλι και τα Φηρά παραμένουν οι πιο ισχυρές περιοχές, κυρίως λόγω της θέας στην καλντέρα, της παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας και του δυναμικού βραχυχρόνιας μίσθωσης.

Παρότι το 2025 υπήρξε μια περίοδος μεγαλύτερης επιφυλακτικότητας λόγω του αυξημένου ελέγχου στις κατασκευές και της σεισμικής δραστηριότητας στις αρχές της χρονιάς, η εικόνα της αγοράς έχει ομαλοποιηθεί.

Οι κυκλαδικές αγορές που κερδίζουν έδαφος

Η Αντίπαρος παραμένει μία από τις πιο κλειστές και ακριβές αγορές δεύτερης κατοικίας στη χώρα, με τις μέσες τιμές να κυμαίνονται από 6.800 έως 10.200 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η ζήτηση προέρχεται κυρίως από αγοραστές υψηλής οικονομικής επιφάνειας, που αναζητούν ιδιωτικότητα, περιορισμένη δόμηση και ένα πιο χαμηλής πυκνότητας περιβάλλον σε σχέση με άλλους κυκλαδικούς προορισμούς.

Η ζήτηση είναι έντονα διεθνής, με ενδιαφέρον από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελβετία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Νάξος, με τιμές από 3.500 έως 5.200 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αναδεικνύεται σε μία από τις πιο σταθερές αγορές δεύτερης κατοικίας στις Κυκλάδες.

Το μέγεθος του νησιού, η λειτουργικότητα όλο τον χρόνο, η τοπική οικονομία και η ζήτηση για οικόπεδα ανάπτυξης την κάνουν να ξεχωρίζει από πιο εποχικούς προορισμούς. Η Χώρα, ο Άγιος Προκόπιος, η Αγία Άννα, η Πλάκα, το Καστράκι και η Μικρή Βίγλα συγκεντρώνουν ισχυρό ενδιαφέρον.

Η Σύρος κινείται σε πιο προσιτές τιμές, από 2.500 έως 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, και ξεχωρίζει λόγω της Ερμούπολης, της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και της ζωής όλο τον χρόνο.

Η Τήνος, με τιμές από 3.000 έως 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανεβαίνει ως αυθεντική, λιγότερο εμπορευματοποιημένη εναλλακτική.

Σε χαμηλότερα επίπεδα τιμών κινείται η Άνδρος, από 2.200 έως 3.200 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, και προσελκύει αγοραστές που αναζητούν πιο προσιτή είσοδο στην αγορά των Κυκλάδων. Την ίδια στιγμή, η Κέα και η Κύθνος κερδίζουν έδαφος χάρη στη μικρή απόσταση από την Αθήνα, με τις τιμές στην Κέα να διαμορφώνονται από 3.500 έως 7.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και στην Κύθνο από 4.500 έως 6.500 ευρώ.

Από την Κέρκυρα έως την Κεφαλονιά, το Ιόνιο κρατά τη δυναμική του

Στο Ιόνιο, η Κέρκυρα ξεχωρίζει ως μία από τις πιο ώριμες και διεθνώς αναγνωρισμένες αγορές της χώρας. Οι μέσες τιμές κινούνται από 3.200 έως 3.800 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι βίλες υψηλών προδιαγραφών με θέα στη θάλασσα ή παραθαλάσσια θέση μπορούν να φτάσουν από 5.500 έως 8.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Οι ξένοι αγοραστές αποτελούν περίπου το 60% έως 75% της ζήτησης στο ανώτερο και μεσαίο προς υψηλό τμήμα της αγοράς.

Η βορειοανατολική ακτή, με περιοχές όπως η Κασσιόπη, το Αγνί, το Καλάμι, η Κουλούρα, οι Σινιές, το Νησάκι και η Μπαρμπάτι, παραμένει το πιο ισχυρό premium cluster του νησιού.

Η Λευκάδα έχει ένα πλεονέκτημα που λίγα νησιά διαθέτουν, καθώς συνδέεται οδικώς με την ηπειρωτική Ελλάδα. Οι μέσες τιμές κινούνται γύρω στα 3.800 έως 3.900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αλλά οι prime βίλες με πισίνα και θέα στη θάλασσα μπορεί να φτάσουν από 5.000 έως 7.500 ευρώ. Η ζήτηση έρχεται κυρίως από ξένους αγοραστές, οι οποίοι υπολογίζεται ότι αποτελούν περίπου το 55% έως 70% στο premium κομμάτι.

Οι Παξοί αποτελούν μια μικρή και ιδιαίτερα επιλεκτική αγορά, όπου η αξία των ακινήτων επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την περιορισμένη προσφορά. Η μέση τιμή κινείται από 4.200 έως 5.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι πολυτελείς βίλες με θέα, πισίνα και υψηλό βαθμό ιδιωτικότητας μπορούν να φτάσουν από 6.000 έως 9.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Η Κεφαλονιά, με μέση τιμή από 3.000 έως 3.600 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, εμφανίζει ισχυρή ζήτηση σε περιοχές όπως το Φισκάρδο, η Άσσος, τα Διβαράτα, ο Μύρτος, η Λιβαθώ, τα Λουρδάτα, το Τραπεζάκι και η Σκάλα.

Η Πελοπόννησος βγαίνει πιο δυνατά στον χάρτη

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Engel & Völkers Ελλάδος, η Αργολίδα, με αιχμή το Πόρτο Χέλι, παραμένει ένας από τους πιο ώριμους και διεθνώς αναγνωρισμένους προορισμούς για πολυτελή δεύτερη κατοικία.

Στη ζώνη Πόρτο Χέλι, Κόστα και Βερβερόντα, οι τιμές κινούνται από 4.000 έως 6.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ τα prime παραθαλάσσια και trophy ακίνητα μπορούν να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 7.000 έως 12.000 ευρώ. Το ποσοστό των ξένων αγοραστών εκτιμάται μεταξύ 60% και 75%, με ενδιαφέρον από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ελβετία και το Ισραήλ.

Η Μεσσηνία είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ανερχόμενη αγορά της Πελοποννήσου. Η διεθνής προβολή της Costa Navarino έχει ενισχύσει τη ζήτηση για ακίνητα υψηλών προδιαγραφών, με την Πύλο, τη Γιάλοβα και την Costa Navarino να κινούνται από 3.000 έως 6.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Η Καλαμάτα, η Βέργα και η Μικρή Μαντίνεια κινούνται από 2.500 έως 4.500 ευρώ, ενώ η Κορώνη, η Φοινικούντα, η Στούπα και η Καρδαμύλη από 2.000 έως 4.200 ευρώ.

Η Κορινθία κερδίζει από την εγγύτητα στην Αθήνα και τον Προαστιακό, με το Λουτράκι και την Περαχώρα να κινούνται από 2.500 έως 3.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για prime παράκτια ακίνητα, ενώ το Ξυλόκαστρο, το Κιάτο και το Δερβένι κινούνται από 2.500 έως 4.000 ευρώ.

Η Λακωνία, από την άλλη, παραμένει πιο ήπια ανεπτυγμένη και πιο αυθεντική, με το Γύθειο και την Ανατολική Μάνη να κινούνται από 2.000 έως 3.200 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για παραθαλάσσια ακίνητα και ακίνητα με θέα.

Οι ακριβές μικρές αγορές και οι ανερχόμενοι παίκτες

Στα νησιά του Αργοσαρωνικού, η Ύδρα και οι Σπέτσες παραμένουν δύο από τις πιο ακριβές και δυσεύρετες αγορές δεύτερης κατοικίας, καθώς η προσφορά διαθέσιμων ακινήτων είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.

Συγκεκριμένα, η Ύδρα κινείται από 5.000 έως 7.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και οι Σπέτσες από 4.000 έως 6.500 ευρώ.

Παράλληλα, η Αίγινα, με τιμές από 2.800 έως 4.500 ευρώ, και ο Πόρος, με 2.500 έως 4.000 ευρώ, προσφέρουν πιο προσβάσιμες αλλά σταθερά αναβαθμιζόμενες επιλογές, κυρίως λόγω της κοντινής απόστασης από την Αθήνα και της ζήτησης για σύντομες αποδράσεις.

Στα Δωδεκάνησα, η Ρόδος εμφανίζει έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον λόγω απευθείας πτήσεων, ισχυρής τουριστικής βάσης και αποδόσεων ενοικίασης. Η μέση τιμή για τη Ρόδο αναφέρεται στα 6.750 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ η πόλη της Ρόδου κινείται στα 3.900 ευρώ, η νότια Ρόδος στα 4.200 ευρώ και η δυτική Ρόδος στα 3.650 ευρώ.

Η Σύμη, με τιμή γύρω στα 3.900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και ιδιαίτερη ζήτηση για νεοκλασικές κατοικίες, απευθύνεται σε πιο εξειδικευμένο κοινό που αναζητά αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, αποκλειστικότητα και αυθεντικότητα.

Στη Βόρεια Ελλάδα, η Χαλκιδική παραμένει μια αγορά με ισχυρή ζήτηση από Κεντρική Ευρώπη και Βαλκάνια. Στις περιοχές με χαμηλότερη ζήτηση, οι τιμές κυμαίνονται από 2.000 έως 3.350 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στις πιο περιζήτητες περιοχές ανεβαίνουν στα 3.000 έως 4.500 ευρώ. Για τα παραθαλάσσια ακίνητα, οι τιμές μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 8.000 έως 14.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

 

Το νέο προφίλ του αγοραστή

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της φετινής εικόνας είναι ότι ο αγοραστής του 2026 εμφανίζεται πιο ώριμος και πιο απαιτητικός, καθώς δεν αξιολογεί πλέον ένα ακίνητο μόνο με βάση την τοποθεσία, όσο ισχυρή και αν είναι αυτή, αλλά εξετάζει συνολικά την ποιότητα, τη λειτουργικότητα και τη μελλοντική του αξία.

Στο επίκεντρο βρίσκονται κατοικίες έτοιμες προς χρήση, με καλή ενεργειακή συμπεριφορά, ιδιωτικότητα, εξωτερικούς χώρους, πισίνα, θέα και δυνατότητα μισθωτικής αξιοποίησης, χωρίς ο αγοραστής να χρειάζεται να εμπλακεί σε χρονοβόρες διαδικασίες ανακαίνισης ή αδειοδοτήσεων.

Αυτή η μετατόπιση εξηγεί γιατί αγορές με περιορισμένη προσφορά, όπως η Μύκονος, η Αντίπαρος, η Ύδρα, οι Σπέτσες και οι Παξοί, διατηρούν ισχυρή θέση, αλλά και γιατί περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν πιο ήσυχες ή λιγότερο προβεβλημένες, όπως η Τήνος, η Άνδρος, η Νάξος, η Κεφαλονιά, η Λακωνία και η Μεσσηνία, αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στον επενδυτικό χάρτη. Η αγορά δεύτερης κατοικίας στην Ελλάδα δεν εμφανίζεται πλέον ως ένα ενιαίο σύνολο, αλλά ως ένα πλέγμα διαφορετικών τοπικών αγορών, καθεμία με τη δική της ταυτότητα, το δικό της επίπεδο τιμών και το δικό της κοινό.

Άλλοι αγοραστές στρέφονται στην Πάρο, επειδή αναζητούν μια αγορά με έντονη κινητικότητα και προοπτική υπεραξίας, άλλοι επιλέγουν την Αντίπαρο για την ιδιωτικότητα και τη σπανιότητα των διαθέσιμων ακινήτων, άλλοι βλέπουν στη Λευκάδα το πλεονέκτημα της εύκολης πρόσβασης χωρίς ακτοπλοϊκή σύνδεση, ενώ η Μεσσηνία κερδίζει έδαφος χάρη στη δυναμική που έχει δημιουργήσει η Costa Navarino.

 

https://www.imerisia.gr/