Σε εξέλιξη βρίσκεται η δημόσια διαβούλευση για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η οποία ξεκίνησε στις 20 Μαΐου και αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 24 Ιουνίου. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες θεσμικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στον τομέα της ενέργειας, καθώς το νέο πλαίσιο καλείται να αντικαταστήσει το ισχύον χωροταξικό του 2008 και να καθορίσει τους κανόνες ανάπτυξης των έργων ΑΠΕ για τις επόμενες δεκαετίες.
Το σχέδιο επιχειρεί να απαντήσει στο πώς θα συνεχιστεί η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που απαιτούνται για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων, χωρίς να ενταθούν οι συγκρούσεις με προστατευόμενες περιοχές, τοπικές κοινωνίες, παραγωγικές δραστηριότητες και άλλες χρήσεις γης. Ωστόσο, τα σχόλια που έχουν ήδη κατατεθεί στη διαβούλευση δείχνουν ότι αρκετές από τις προβλέψεις του σχεδίου προκαλούν έντονες αντιδράσεις στον κλάδο.
Καθώς η διαδικασία προχωρά, φορείς της αγοράς, επενδυτές, επιστημονικοί σύλλογοι και τεχνικοί σύμβουλοι έχουν καταθέσει σειρά παρατηρήσεων που επικεντρώνονται κυρίως στα αιολικά έργα, στα νέα κριτήρια χωροθέτησης και στις προβλέψεις για την αποθήκευση ενέργειας. Κοινός παρονομαστής πολλών παρεμβάσεων είναι η εκτίμηση ότι ορισμένες προβλέψεις οδηγούν σε εκτεταμένους αποκλεισμούς περιοχών χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.
Στο επίκεντρο το όριο των 1.200 μέτρων και το κριτήριο των 4 m/s
Μία από τις σημαντικότερες ενστάσεις αφορά την πρόβλεψη αποκλεισμού περιοχών που βρίσκονται σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων. Σύμφωνα με παρεμβάσεις πολιτικών μηχανικών και στελεχών του κλάδου των ΑΠΕ, το συγκεκριμένο όριο δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση ούτε αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό κριτήριο.
Όπως υποστηρίζουν, η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονες γεωμορφολογικές διαφοροποιήσεις και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μέτρων που διαθέτουν υψηλό αιολικό δυναμικό και περιορισμένες περιβαλλοντικές συγκρούσεις. Για τον λόγο αυτό θεωρούν ότι ένας οριζόντιος αποκλεισμός δεν επιτρέπει την εξατομικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών χαρακτηριστικών κάθε περιοχής
Ανάλογη κριτική ασκείται και στην πρόβλεψη αποκλεισμού δημοτικών ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω από 4 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση υποστηρίζουν ότι η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να αξιολογείται με βάση τον μέσο όρο μιας ολόκληρης δημοτικής ενότητας αλλά με εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις και τα δεδομένα της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.
Στις σχετικές παρεμβάσεις επισημαίνεται επίσης ότι οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες λειτουργούν με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν, ενώ γίνεται αναφορά και στον χάρτη αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, ο οποίος κατά τους σχολιαστές βασίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και δεν αποτυπώνει πλήρως τις σημερινές τεχνολογικές δυνατότητες.
Ερωτήματα για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
Ιδιαίτερη συζήτηση έχει προκαλέσει και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που συνοδεύει το νέο χωροταξικό. Στις παρεμβάσεις που έχουν αναρτηθεί στη διαβούλευση διατυπώνεται η άποψη ότι η μελέτη περιγράφει εκτενώς το φυσικό περιβάλλον και τις προστατευόμενες περιοχές, χωρίς όμως να τεκμηριώνει πάντα με σαφήνεια τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους χωροταξικούς περιορισμούς που προτείνονται.
Ορισμένοι φορείς και επαγγελματίες υποστηρίζουν ακόμη ότι η σύνθεση της ομάδας που εκπόνησε τη μελέτη δεν περιλαμβάνει επαρκώς ειδικότητες που σχετίζονται άμεσα με την αιολική ενέργεια, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους ή ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Παράλληλα, αναφέρεται ότι η βιβλιογραφική τεκμηρίωση δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων και μικρότερη έμφαση στην ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση της αιολικής ανάπτυξης.
Κεντρικό επιχείρημα αρκετών παρεμβάσεων είναι ότι η ΣΜΠΕ δεν τεκμηριώνει επαρκώς γιατί συγκεκριμένες κατηγορίες περιοχών οδηγούνται σε αποκλεισμό, γεγονός που, όπως υποστηρίζεται, δημιουργεί ερωτήματα ως προς την αναλογικότητα των μέτρων που προτείνονται.
RED III, μεταβατικές διατάξεις και επενδυτική ασφάλεια
Ένα ακόμη σημείο τριβής αφορά τη συμβατότητα του νέου πλαισίου με τη φιλοσοφία της ευρωπαϊκής Οδηγίας RED III, η οποία προβλέπει επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και δημιουργία πιο προβλέψιμου πλαισίου για την ανάπτυξη έργων ΑΠΕ.
Στις παρεμβάσεις τους φορείς του κλάδου υποστηρίζουν ότι ορισμένες προβλέψεις του νέου χωροταξικού κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς εισάγουν πρόσθετους περιορισμούς και νέα επίπεδα αβεβαιότητας.
Παράλληλα, ζητούν ισχυρότερες μεταβατικές διατάξεις για έργα που βρίσκονται ήδη σε ώριμο στάδιο αδειοδότησης, για έργα που διαθέτουν Βεβαίωση Παραγωγού ή περιβαλλοντικούς όρους, καθώς και για έργα ανανέωσης υφιστάμενων εγκαταστάσεων (repowering). Κατά την άποψή τους, η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική πρόβλεψη μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια δικαίου και την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Στο ίδιο πλαίσιο ζητείται επίσης αποσαφήνιση της πρόβλεψης που εισάγει ελάχιστη απόσταση ίση με επτά φορές τη διάμετρο του δρομέα της ανεμογεννήτριας (7D) από ορισμένες κατηγορίες αρχαιολογικών μνημείων υποστηρίζοντας ότι το πεδίο εφαρμογής της διάταξης παραμένει ασαφές.
Ειδικό καθεστώς ζητούν οι επενδυτές μικρών ανεμογεννητριών
Ξεχωριστή παρέμβαση έχει καταθέσει ο Ελληνικός Σύνδεσμος Επενδυτών Μικρών Ανεμογεννητριών (ΕΣΕΜΑ), ο οποίος ζητά να δημιουργηθεί ειδική κατηγορία για τις μικρές ανεμογεννήτριες έως 60 kW.
Ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ότι οι μικρές ανεμογεννήτριες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τα μεγάλα αιολικά πάρκα, καθώς πρόκειται για έργα διαφορετικής κλίμακας, με μικρότερη κατάληψη γης, περιορισμένες ανάγκες σε συνοδά έργα και σαφώς χαμηλότερο περιβαλλοντικό και οπτικό αποτύπωμα.
Ταυτόχρονα, έχει θέσει το ζήτημα της δυνατότητας υποβολής αιτήσεων σύνδεσης μικρών ανεμογεννητριών στις διασυνδεδεμένες Κυκλάδες, υποστηρίζοντας ότι ο σημερινός αποκλεισμός δημιουργεί θέματα ίσης μεταχείρισης και ασφάλειας δικαίου. Όπως αναφέρει, δεν ζητείται αυτόματη χορήγηση όρων σύνδεσης, αλλά η δυνατότητα κάθε αίτημα να εξετάζεται τεχνικά από τον αρμόδιο διαχειριστή με βάση τα πραγματικά διαθέσιμα ηλεκτρικά περιθώρια.
Ο Σύνδεσμος ζητά επίσης οι μικρές ανεμογεννήτριες να αξιολογούνται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και όχι με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται στα μεγάλης κλίμακας αιολικά πάρκα, προτείνοντας παράλληλα ειδικά μέτρα προστασίας για περιοχές με αυξημένη ευαισθησία ως προς την ορνιθοπανίδα.
Παρεμβάσεις και από τον κλάδο της αποθήκευσης
Στη διαβούλευση έχουν κατατεθεί παρατηρήσεις και από φορείς που εκπροσωπούν τον κλάδο της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και από πολίτες και τεχνικούς που ζητούν αυστηρότερους κανόνες για τη χωροθέτηση μονάδων μπαταριών.
Μεταξύ των προτάσεων που κατατέθηκαν περιλαμβάνονται η θέσπιση ελάχιστων αποστάσεων από κατοικίες και τουριστικές εγκαταστάσεις, η υποχρεωτική συμμετοχή της Πυροσβεστικής στην αξιολόγηση των έργων και η ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας και της ανακύκλωσης των συσσωρευτών μέσω ειδικών μητρώων καταγραφής.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι μονάδες αποθήκευσης θεωρούνται βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των περικοπών παραγωγής από ΑΠΕ και τη βελτίωση της ευστάθειας του ηλεκτρικού συστήματος.
Τα κυρίαρχα σημεία των παρεμβάσεων στη διαβούλευση
Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες των φορέων που συμμετέχουν στη διαβούλευση, οι περισσότερες παρεμβάσεις συγκλίνουν στην ανάγκη μεγαλύτερης τεκμηρίωσης των χωροταξικών αποκλεισμών, σαφέστερων κανόνων εφαρμογής και καλύτερης ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος και την επίτευξη των ενεργειακών στόχων της χώρας.
Από τις παρατηρήσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι σήμερα ξεχωρίζουν κυρίως οι αντιδράσεις για το υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων, το κριτήριο των 4 m/s, τη συμβατότητα με τη RED III, την επάρκεια της ΣΜΠΕ ως προς την τεκμηρίωση των αποκλεισμών, αλλά και το αίτημα για διακριτή αντιμετώπιση των μικρών ανεμογεννητριών και σαφέστερους κανόνες για τα έργα αποθήκευσης.
Το τελικό περιεχόμενο του νέου χωροταξικού πλαισίου αναμένεται να καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τον ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ τα επόμενα χρόνια, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα συνδυαστούν οι επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια με τις αυξημένες απαιτήσεις προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος.
Πηγή: insider.gr