Το ελληνικό «παράδοξο», η χώρα να καταγράφει τα μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και να είναι από τις πρώτες που αυξάνει κρατικές δαπάνες και μέτρα στήριξης -ενώ σχεδόν όλες οι άλλες τηρούν συσταλτική πολιτική- εξηγεί η έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου: «Υψηλότερη ανάπτυξη και έσοδα από καταπολέμηση φοροδιαφυγής».
Στην ίδια έκθεση, όμως, το ΕΔΣ προειδοποιεί: η οικονομική πρόοδος δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και η διατήρησή της «προϋποθέτει, συνεπώς, τη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής παράλληλα με την εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».
Έτσι, ανάπτυξη, πλεονάσματα και αποκλιμάκωση του χρέους συνθέτουν μεν τη σημερινή εικόνα, αλλά το ΕΔΣ επισημαίνει ότι η επόμενη φάση θα είναι πιο απαιτητική, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται και οι διεθνείς κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι. Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι: η οικονομία έχει κάνει βήματα, αλλά η «διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση».
Κίνδυνοι επιστρέφουν ή εμφανίζονται
Παρά την καλή εικόνα στα δημόσια οικονομικά, την ανάπτυξη και τη μείωση του χρέους, η έκθεση προειδοποιεί ότι η επόμενη ημέρα κρύβει σοβαρές προκλήσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική οικονομία διατηρεί ισχυρή δυναμική, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, έναντι μόλις 0,3% στην Ευρωζώνη, ενώ η βασική εκτίμηση για το σύνολο της χρονιάς τοποθετεί τον ρυθμό ανάπτυξης στο 1,9%, από 2% στην προηγούμενη πρόβλεψη. Η αναθεώρηση είναι μικρή, αλλά έχει τη σημασία της, καθώς αποτυπώνει ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο σύνθετο και πιο αβέβαιο.
Πίσω από αυτές τις επιδόσεις, η έκθεση βλέπει δύο βασικά στηρίγματα: την ιδιωτική κατανάλωση και τις ταξιδιωτικές εισπράξεις. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 1,12 δισ. ευρώ, εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει στην ισχυρή τουριστική κίνηση και εν μέρει στην άνοδο της κατανάλωσης. Με απλά λόγια, η οικονομία εξακολουθεί να παράγει έσοδα και να στηρίζει τα δημόσια οικονομικά, αλλά αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα.
Η πιο καθαρή προειδοποίηση της έκθεσης, αφορά στο τι έρχεται μετά. Όπως σημειώνεται, «μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, και συμπληρωματικά η προσέλκυση εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής, καθίσταται κρίσιμη».
Γι’ αυτό και το Συμβούλιο επιμένει ότι «ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με σύνεση και να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας». Στην πράξη, προτείνει παρεμβάσεις όπως η μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας και τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το Χρέος είναι εδώ
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι το χρέος παραμένει «αχίλλειος πτέρνα» για το μέλλον. Η αποκλιμάκωση είναι δεδομένη, τονίζει, αλλά το υψηλό χρέος αποτελεί μία από τις βασικές ευπάθειες της οικονομίας, ειδικά σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, γεωπολιτικών εντάσεων και μεταβλητών συνθηκών χρηματοδότησης.
Ποιο είναι το πρόβλημα; Η βελτίωση της εικόνας δεν σημαίνει ότι η χώρα έπαψε να είναι εκτεθειμένη σε τυχόν μελλοντικούς κραδασμούς.
Συγκεκριμένα:
· στο τέλος του 2025, η χώρα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 88% του ΑΕΠ και περίπου 55% του δημόσιου χρέους κεντρικής διοίκησης αυτήν την στιγμή.
· το ποσό αυτό πρέπει να αποπληρωθεί πλήρως, σε άνισες ετήσιες δόσεις, έως το 2070.
· η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό σε δαπάνες για πληρωμές τόκων στην ευρωζώνη, μετά την Ιταλία. «Το ποσοστό του ΑΕΠ που κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των τόκων του δημόσιου χρέους είναι αντίστοιχου μεγέθους με εκείνο που διατίθεται για αμυντικές δαπάνες (πρόσφατα περίπου 3,2% του ΑΕΠ), ενώ ήταν ακόμα υψηλότερο τα προηγούμενα έτη» σημειώνεται στην έκθεση.
· μια αύξηση των επιτοκίων νέου δανεισμού του Δημοσίου θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση.
Επιπλέον, εξαιτίας αυτών των πληρωμών τόκων, το γενικό δημοσιονομικό ισοζύγιο, δηλαδή το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο συν τις πληρωμές τόκων επί του δημόσιου χρέους, μπορεί να μετατραπεί από πλεονασματικό σε ελλειμματικό -αν και τα ελλείμματα αυτά θα είναι σαφώς μικρότερα από εκείνα των χωρών της ευρωζώνης.
Ως εκ τούτου, παρά τη σημαντική μείωση που καταγράφει το δημόσιο χρέος, οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί σε σχέση με την αποπληρωμή των δανείων από τα τρία μνημόνια συνεπάγεται ότι τις προσεχείς δεκαετίες η Ελλάδα θα πρέπει να «παράγει» συστηματικά πρωτογενή πλεονάσματα. Το ύψος τους, σύμφωνα με τις συστάσεις της Κομισιόν, κατά μέσο όρο θα πρέπει να ανέρχονται σε περίπου 2% του ΑΕΠ, μέγεθος που αποτελεί πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η ανησυχία για τις διαρθρωτικές αδυναμίες. Η έκθεση αναφέρεται στη χαμηλή παραγωγικότητα, στην υψηλή ανεργία των νέων, αλλά και στις πιέσεις που συνεχίζουν να ασκούνται από τον πληθωρισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο γενικός πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 4,9%, πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος ήταν 3,2%, εξέλιξη που, όπως σημειώνεται, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
πηγή: newmoney