Το κόστος στέγασης αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο για την επιλογή σχολής

Τα φοιτητικά ενοίκια “τινάζουν στον αέρα” τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς

Διαφήμιση

Το κόστος στέγασης αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο για την επιλογή σχολής. Η στεγαστική κρίση περιορίζει τη διαθεσιμότητα, κατοικιών για φοιτητές και αυτό έχει ως επακόλουθο την άνοδο των τιμών. Πρωταθλήτρια των αυξήσεων φέτος η Θεσσαλονίκη, με τα ενοίκια να έχουν ανέβει έως και 9%. Στο 7% η αύξηση στην Αθήνα και τις μεγάλες φοιτητουπόλεις της περιφέρειας.

Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα τριτοβάθμια ιδρύματα αποτελούσε παραδοσιακά μια στιγμή συλλογικής ανακούφισης και γιορτής για χιλιάδες νοικοκυριά. Τα τελευταία χρόνια, όμως, το αίσθημα της επιτυχίας σκιάζεται γρήγορα από έναν αδυσώπητο οικονομικό υπολογισμό, που έχει να κάνει με το κόστος της φοιτητικής στέγης. Το στεγαστικό ζήτημα έχει, πλέον, αναδειχθεί σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν όχι μόνο τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αλλά ακόμη και τις ίδιες τις εκπαιδευτικές επιλογές των υποψηφίων.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου η οικονομική δυνατότητα μιας οικογένειας καθορίζει εάν ένας νέος θα μπορέσει να μετακομίσει στην πόλη όπου πέτυχε ή αν θα αναγκαστεί να επιλέξει διαφορετική σχολή —ακόμη και να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για σπουδές μακριά από τον τόπο κατοικίας του. Η εικόνα της αγοράς το 2026 επιβεβαιώνει ότι η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να επηρεάζει έντονα τη φοιτητική κατοικία, διαμορφώνοντας ένα τοπίο ακραίου ανταγωνισμού και οικονομικής ασφυξίας.

Αυξήσεις έως και 9% σε έναν χρόνο

Η αποτύπωση της αγοράς σε 15 περιοχές της Αττικής, επτά περιοχές της Θεσσαλονίκης και 21 μεγάλες φοιτητουπόλεις της περιφέρειας δείχνει ότι η άνοδος των ενοικίων δεν αποτελεί, πλέον, φαινόμενο των δύο μεγάλων αστικών κέντρων. Πρόκειται για μια αμιγώς πανελλαδική τάση, η οποία συνοδεύεται από ολοένα και μικρότερη διαθεσιμότητα οικονομικών κατοικιών.

Η αγορά της φοιτητικής κατοικίας διατηρεί και το 2026 την ισχυρή ανοδική της δυναμική. Αν και σε ορισμένες περιοχές παρατηρούνται περιορισμένες διορθώσεις στις χαμηλότερες ζητούμενες τιμές, αυτές αφορούν σχεδόν αποκλειστικά παλαιά και μη ανακαινισμένα ακίνητα, χωρίς να επηρεάζουν ουσιαστικά τη συνολική εικόνα.

Σε σύγκριση με το 2025, τα ζητούμενα μισθώματα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο:

8%-9% στη Θεσσαλονίκη, η οποία πρωταγωνιστεί στη συνολική επιβάρυνση.

7% στην Αττική, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη ζώνη.

7% στις μεγάλες φοιτητουπόλεις της περιφέρειας.

Στην Αττική, στο κέντρο της Αθήνας η μέση αύξηση διαμορφώνεται στο 6%, στα δυτικά προάστια και στον Πειραιά φτάνει το 8%, στα νότια προάστια το 6%, ενώ στα βόρεια αγγίζει το 5%. Τη μεγαλύτερη πίεση δέχονται τα διαμερίσματα έως 50 τετραγωνικά μέτρα, δηλαδή η κατηγορία που αποτελεί την πρώτη επιλογή της συντριπτικής πλειονότητας των φοιτητών.

Η ιστορική διαδρομή των τιμών αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος: από το 2017 έως σήμερα, τα ζητούμενα μισθώματα για φοιτητικά ακίνητα έχουν σημειώσει αλματώδη αύξηση, της τάξεως του 70% με 75%, επιβεβαιώνοντας τη δομική αλλαγή στην ελληνική κτηματαγορά.

Εξαφάνιση των φθηνών ακινήτων

Πέρα από τις ποσοστιαίες αυξήσεις, το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι η σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση των πραγματικά οικονομικών κατοικιών.

Στην Αττική, η εύρεση διαμερίσματος έως 50 τ.μ. με ενοίκιο έως 300 ευρώ αποτελεί, πλέον, σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Στο κέντρο της Αθήνας, επτά στα δέκα διαθέσιμα ακίνητα ζητούν μίσθωμα άνω των 500 ευρώ, ενώ στα βόρεια προάστια το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται στο 91,04%, καθιστώντας τις περιοχές αυτές απρόσιτες για τον μέσο οικογενειακό προϋπολογισμό.

Στη Θεσσαλονίκη, οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται πέριξ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Η περιορισμένη προσφορά μικρών διαμερισμάτων και η παράλληλη ζήτηση από νέους εργαζόμενους διατηρούν τις τιμές στα ύψη, με μόλις το 1,61% των διαθέσιμων κατοικιών (άνω του 1ου ορόφου) να ενοικιάζεται κάτω από τα 300 ευρώ.

Το κύμα ακρίβειας στην περιφέρεια

Η στεγαστική ασφυξία δεν σταματά στα στενά όρια των δύο μεγάλων αστικών κέντρων. Στις 21 μεγαλύτερες φοιτητουπόλεις της χώρας η μέση ετήσια αύξηση της τάξεως του 7% αποδεικνύει ότι το πρόβλημα έχει λάβει εθνικές διαστάσεις.

Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται σε πόλεις με έντονο τουριστικό αποτύπωμα ή περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα, όπως η Πάτρα, τα Ιωάννινα, ο Βόλος, η Λάρισα, η Καλαμάτα, τα Χανιά, το Ρέθυμνο, η Κέρκυρα, η Ρόδος, η Κομοτηνή, η Ξάνθη και το Ηράκλειο.

Ειδικά στις νησιωτικές και τουριστικές περιοχές συνεχίζεται το καταχρηστικό φαινόμενο της «εποχικής έξωσης». Φοιτητές καλούνται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους πριν από την έναρξη της θερινής περιόδου, προκειμένου τα ακίνητα να διατεθούν σε τουρίστες μέσω πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης.

Η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα μιας συνδυαστικής πίεσης στην προσφορά και τη ζήτηση:1. Περιορισμένο και ανακαινισμένο απόθεμα. Η κατασκευή νέων μικρών κατοικιών παραμένει χαμηλή, ενώ πολλά από τα υπάρχοντα διαμερίσματα έχουν ανακαινιστεί ριζικά και διοχετεύονται σε κοινό υψηλότερου εισοδήματος.

2. Βραχυχρόνιες μισθώσεις (Airbnb). Παρά τις όποιες ρυθμιστικές παρεμβάσεις, η βραχυχρόνια μίσθωση συνεχίζει να απορροφά κρίσιμο όγκο οικιστικού αποθέματος από τη μακροχρόνια αγορά, ιδιαίτερα σε κεντρικές και τουριστικές συνοικίες.

3. Δημογραφικές & κοινωνικές αλλαγές. Η αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών και η τάση δημιουργίας νοικοκυριών ενός ατόμου αυξάνουν αυτόνομα τη ζήτηση για μικρά διαμερίσματα.

4. Αδυναμία αγοράς πρώτης κατοικίας. Το υψηλό κόστος κατασκευής, τα ακριβά στεγαστικά δάνεια και η μείωση της αποταμιευτικής δυνατότητας κρατούν χιλιάδες νέους εργαζόμενους και νέα ζευγάρια στην αγορά του ενοικίου για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η εκτίναξη του κόστους στέγασης αναδεικνύει τις χρόνιες αδυναμίες της κρατικής μέριμνας. Οι δημόσιες φοιτητικές εστίες πανελλαδικά καλύπτουν λιγότερο από το 5% των συνολικών αναγκών, αφήνοντας την πλειονότητα των φοιτητών έρμαιο της ελεύθερης αγοράς. Την ίδια στιγμή, το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα, παρά τις διαδοχικές αναπροσαρμογές του, απορροφάται σχεδόν ολοκληρωτικά από τις νέες αυξήσεις των ενοικίων.

Έτσι, η αγορά φοιτητικής κατοικίας έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο έντονου ανταγωνισμού. Στον ίδιο περιορισμένο αριθμό μικρών διαμερισμάτων διασταυρώνονται, πλέον, φοιτητές, νέοι επαγγελματίες, ζευγάρια και μονογονεϊκές οικογένειες.

Ως διέξοδος προβάλλει πλέον όλο και συχνότερα το μοντέλο της συγκατοίκησης — μια επιλογή διαδεδομένη στο εξωτερικό, η οποία όμως στην Ελλάδα υιοθετείται συχνά όχι ως στάση ζωής, αλλά ως λύση ανάγκης. Όσο η προσφορά κατοικιών παραμένει καθηλωμένη και τα μέτρα στήριξης περιορισμένα, η φοιτητική στέγη θα συνεχίσει να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς και κοινωνικούς πονοκεφάλους για την ελληνική οικογένεια.

Το πρόβλημα με τις εστίες

Η διαθεσιμότητα οργανωμένων φοιτητικών εστιών αποτελεί τον πλέον αδιάψευστο δείκτη της οξείας στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα. Σε σύνολο 351.000 ενεργών φοιτητών, περισσότεροι από 200.000 σπουδάζουν εκτός του τόπου μόνιμης κατοικίας τους. Ωστόσο, το υφιστάμενο απόθεμα στις δημόσιες και ιδιωτικές εστίες μόλις που αγγίζει τις 9.200 κλίνες.

Το ποσοστό αυτό καλύπτει μόλις το 4,6% όσων μετακομίζουν για σπουδές (ή το 2,6% του συνολικού φοιτητικού πληθυσμού), κατατάσσοντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δομική αυτή αδυναμία μεταφέρει σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος της στέγασης στην ιδιωτική αγορά.

Ακόμη και η υλοποίηση των δρομολογημένων έργων ΣΔΙΤ, που αναμένεται να προσθέσει 8.600 νέες κλίνες έως το 2029, δεν προσφέρει οριστική λύση. Η συνολική δυναμικότητα θα ανέλθει στις 17.800 κλίνες, αριθμός που απέχει παρασάγγας από τις πραγματικές ανάγκες των 200.000 εκτοπισμένων σπουδαστών.

Έτσι, το βάρος μετατοπίζεται στις οικογένειες. Το πραγματικό κόστος σπουδών, άλλωστε, δεν περιορίζεται στο ενοίκιο. Περιλαμβάνει κοινόχρηστα, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, θέρμανση, διαδίκτυο και εξοπλισμό —δαπάνες αναπόφευκτες που, ωστόσο, δεν αναγνωρίζονται φορολογικά, εξανεμίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών που συντηρούν δεύτερη κατοικία.

Με την προσφορά να παραμένει καθηλωμένη, η επιστροφή στα επίπεδα ενοικίων της προηγούμενης δεκαετίας θεωρείται αδύνατη. Οποιαδήποτε οριακή διόρθωση τιμών μετά τη θερινή σεζόν θα αφορά αποκλειστικά παλαιά και αδιάθετα ακίνητα, ενώ τα ανακαινισμένα διαμερίσματα θα διατηρήσουν τις υψηλές τιμές τους.

Πηγή: vradini.gr