Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ για το 2025 δείχνουν ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των αφίξεων μετακινείται προς τους μήνες πριν και μετά την αιχμή του καλοκαιριού

Τουρισμός: Υποχωρεί σταδιακά η “κυριαρχία” του καλοκαιριού

Διαφήμιση

Σταδιακά λιγότερο εξαρτημένος από το τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου γίνεται ο ελληνικός τουρισμός, χωρίς βεβαίως να έχει απαλλαγεί από την έντονη εποχικότητα που τον χαρακτηρίζει διαχρονικά. Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ για το 2025 δείχνουν ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των αφίξεων και, κυρίως, των τουριστικών εσόδων μετακινείται προς τους μήνες πριν και μετά την αιχμή του καλοκαιριού. Στην εξέλιξη αυτή συμβάλλουν αγορές όπως η Τουρκία, οι ΗΠΑ, η Σουηδία και η Ελβετία, ενώ ταυτόχρονα νέες ή μικρότερες αγορές καταγράφουν εντυπωσιακούς ρυθμούς αύξησης.

Η νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ Intelligence «Ακτινογραφία Εισερχόμενου Τουρισμού 2024-2025 – Προφίλ Αγορών» καταγράφει μια ελληνική τουριστική αγορά που μεγαλώνει αλλά και αλλάζει σταδιακά χαρακτηριστικά. Το 2025 οι αφίξεις έφθασαν τα 38 εκατ., αυξημένες κατά 6% σε σχέση με το 2024, οι διανυκτερεύσεις τα 233,1 εκατ. (+1%) και οι ταξιδιωτικές εισπράξεις τα 22,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 10%.

Η απόκλιση ανάμεσα στην αύξηση των αφίξεων και στην πολύ ισχυρότερη άνοδο των εσόδων αποτυπώνει και μία δεύτερη αλλαγή: οι ξένοι επισκέπτες μένουν κατά μέσο όρο λιγότερο, αλλά ξοδεύουν περισσότερο ανά ημέρα. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε από 6,4 σε 6,1 διανυκτερεύσεις, ενώ η μέση κατά κεφαλή δαπάνη αυξήθηκε από 572,8 σε 595,2 ευρώ και η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση από 89,1 σε 97 ευρώ.

Χάνει έδαφος το τρίτο τρίμηνο

Από τις σημαντικότερες, ωστόσο, διαρθρωτικές αλλαγές που εντοπίζει το ΙΝΣΕΤΕ είναι η σταδιακή άμβλυνση της εποχικότητας.

Το κυρίαρχο προϊόν «Ήλιος και Θάλασσα» εξακολουθεί να συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της δραστηριότητας στους θερινούς μήνες. Η σύγκριση όμως με το 2019 είναι αποκαλυπτική.

Το τρίτο τρίμηνο συγκέντρωνε το 2019 το 56% των αφίξεων. Το ποσοστό υποχώρησε στο 52% το 2024 και παρέμεινε περίπου στο ίδιο επίπεδο το 2025. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μετατόπιση στις διανυκτερεύσεις: από 59% το 2019 σε 53% το 2025. Αντίστοιχα, το μερίδιο του Ιουλίου-Σεπτεμβρίου στις εισπράξεις μειώθηκε από 59% σε 53%.

Με άλλα λόγια, σχεδόν 47% των ετήσιων τουριστικών εσόδων παράγεται πλέον εκτός του παραδοσιακού τρίτου τριμήνου, έναντι περίπου 41% πριν από την πανδημία. Πρόκειται για μετατόπιση έξι ποσοστιαίων μονάδων, η οποία είναι σημαντική για έναν προορισμό με τόσο έντονη ιστορικά συγκέντρωση της ζήτησης στο καλοκαίρι.

Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει ότι η μετατόπιση γίνεται κυρίως προς το δεύτερο και το τέταρτο τρίμηνο, δηλαδή προς τις λεγόμενες shoulder seasons, καθώς η τουριστική περίοδος ανοίγει νωρίτερα την άνοιξη και διατηρεί μεγαλύτερη δυναμική το φθινόπωρο.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις αγορές

Οι αφίξεις από χώρες της ΕΕ εκτός Ευρωζώνης (Πολωνία, Ρουμανία, Σουηδία, Δανία, Τσεχία και Βουλγαρία) εξακολουθούν να έχουν έντονα «καλοκαιρινό» χαρακτήρα, καθώς το τρίτο τρίμηνο συγκεντρώνει το 66% των αφίξεων, το 63% των διανυκτερεύσεων και το 61% των εισπράξεών τους. Αντίθετα, στις «Λοιπές Χώρες» μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι: Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Τουρκία, Ελβετία, Ισραήλ, Αλβανία, Καναδάς, Σερβία, Αυστραλία, Βόρεια Μακεδονία και Ρωσία, τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίζονται σε 48%, 49% και 51%, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία της διεύρυνσης του μείγματος των αγορών για την επιμήκυνση της σεζόν.

Οι αγορές που ταξιδεύουν και εκτός αιχμής

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αγορές στις οποίες το τρίτο τρίμηνο έχει αισθητά μικρότερη βαρύτητα από τον εθνικό μέσο όρο.

Οι αφίξεις από τις ΗΠΑ, σε ποσοστό 37% ( 39% σε διανυκτερεύσεις και 42% σε εισπράξεις) πραγματοποιήθηκαν στο τρίτο τρίμηνο. Η αμερικανική αγορά είναι επομένως από τις σημαντικότερες για τη στρατηγική επιμήκυνσης της περιόδου, πολύ περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι το 2025 απέφερε 1,737 δισ. ευρώ, αποτελώντας την τρίτη μεγαλύτερη αγορά της Ελλάδας σε έσοδα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η Τουρκία. Μόλις το 33,2% των αφίξεων του 2025 πραγματοποιήθηκε στο τρίτο τρίμηνο. Το τέταρτο τρίμηνο μόνο του αντιπροσώπευσε το 26,2% των αφίξεων και το 27,8% των εισπράξεων, ενώ το πρώτο τρίμηνο είχε το 15,9% των αφίξεων. Πρόκειται δηλαδή για μία αγορά με σχεδόν δωδεκάμηνη παρουσία.

Χαμηλή εποχικότητα εμφανίζουν επίσης η αγορά της Αλβανίας, με μόλις 33,5% των αφίξεων και 36,4% των εισπράξεων στο τρίτο τρίμηνο, της Κύπρου, με 35% και 37% αντίστοιχα, της Ισπανίας με 31% των αφίξεων, καθώς και του Καναδάς με 39% των αφίξεων και 46% των εσόδων.

Η Ελβετία αποτελεί επίσης χαρακτηριστική περίπτωση σταδιακής μετατόπισης της ζήτησης. Το 2025 το τρίτο τρίμηνο συγκέντρωσε το 42,1% των αφίξεων και το 44,5% των εισπράξεων, ενώ το δεύτερο τρίμηνο είχε ήδη φτάσει στο 28,4% των αφίξεων και στο 30,9% των εσόδων. Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει μάλιστα ότι το 2025 παρατηρείται περαιτέρω άμβλυνση της εποχικότητας της συγκεκριμένης αγοράς.

Η έκπληξη της Σουηδίας

Ανάμεσα στους μεγάλους κερδισμένους του 2025 ξεχωρίζει η Σουηδία, τόσο για τους ρυθμούς ανάπτυξης όσο και για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της.

Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 31,1%, από 470.000 σε 617.000, οι διανυκτερεύσεις κατά 40,2%, από 3,6 εκατ. σε 5 εκατ., ενώ οι εισπράξεις εκτινάχθηκαν κατά 85%, από 288 εκατ. σε 533 εκατ. ευρώ. Έτσι, το μερίδιο της Σουηδίας στις συνολικές εισπράξεις αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο από 1,4% σε 2,4%.

Ακόμη σημαντικότερο για την επιμήκυνση της περιόδου είναι ότι το 2025 τα έσοδα από τους σουηδούς τουρίστες στο δεύτερο τρίμηνο ήταν υψηλότερα από εκείνα του τρίτου: το Q2 συγκέντρωσε 48,9% των εισπράξεων έναντι 45,8% στο Q3.

Παράλληλα, οι Σουηδοί αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποδοτική αγορά. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη αυξήθηκε κατά 41,1%, στα 864,1 ευρώ, η ημερήσια δαπάνη κατά 31,9%, στα 106,4 ευρώ, και η διάρκεια παραμονής κατά 7%, στις 8,1 διανυκτερεύσεις. Η κατά κεφαλή δαπάνη τους είναι έτσι κατά 45% υψηλότερη από τον μέσο ξένο επισκέπτη στην Ελλάδα.

Η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 17,9%, στα 123,4 ευρώ

Τουρκία: 1,5 εκατ. επισκέπτες και άλμα 39% στα έσοδα

Εξίσου δυναμική είναι η εξέλιξη της τουρκικής αγοράς. Οι αφίξεις στη χώρα μας, αυξήθηκαν κατά 23,5%, από 1,2 εκατ. σε σχεδόν 1,5 εκατ., οι διανυκτερεύσεις κατά 17,6%, στα 4,9 εκατ., και οι εισπράξεις κατά 38,7%, από 436 εκατ. σε 604 εκατ. ευρώ. Το μερίδιο της Τουρκίας στις συνολικές αφίξεις ανέβηκε από 3,4% σε 3,9% και στις εισπράξεις από 2,1% σε 2,7%.

Η αύξηση των εσόδων συνδέεται και με την ισχυρή άνοδο της ημερήσιας δαπάνης. Η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 17,9%, στα 123,4 ευρώ, δηλαδή βρίσκεται 27,2% πάνω από τον μέσο όρο του εισερχόμενου τουρισμού. Η μέση διάρκεια ταξιδιού είναι μικρή, μόλις 3,3 διανυκτερεύσεις, στοιχείο που εξηγεί γιατί η κατά κεφαλή δαπάνη παραμένει στα 403,5 ευρώ.

Η μεγάλη ποσοστιαία άνοδος της Βόρειας Μακεδονίας

Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση εσόδων μεταξύ των αγορών που εξετάζει το ΙΝΣΕΤΕ καταγράφηκε στη Βόρεια Μακεδονία.

Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,6%, από 1,6 εκατ. σε 1,84 εκατ., και οι διανυκτερεύσεις κατά 15%, σε 1,94 εκατ. Οι εισπράξεις, όμως, υπερδιπλασιάστηκαν: από 55 εκατ. ευρώ το 2024 σε 116,5 εκατ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση 111,6%.

Η εντυπωσιακή αύξηση οφείλεται κυρίως στην άνοδο της δαπάνης. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη αυξήθηκε κατά 83%, από 34,7 σε 63,5 ευρώ, και η ημερήσια δαπάνη κατά 84%, από 32,6 σε 60 ευρώ. Παρά την άνοδο, πάντως, πρόκειται για αγορά με πολύ χαμηλή δαπάνη και εξαιρετικά μικρή διάρκεια παραμονής, μόλις 1,1 διανυκτερεύσεις.

Επιπλέον, σε αντίθεση με την Τουρκία, η συγκεκριμένη αγορά παραμένει έντονα εποχική: το τρίτο τρίμηνο συγκεντρώνει το 57,6% των αφίξεων και σχεδόν 68% των εισπράξεων.

Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη των Βρετανών αυξήθηκε 10%, στα 764,7 ευρώ

Βρετανία: μισό δισ. περισσότερα έσοδα

Μεγάλη σημασία έχει η περαιτέρω ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος από το Ηνωμένο Βασίλειο, όχι τόσο λόγω του ποσοστιαίου ρυθμού όσο λόγω του μεγέθους της αγοράς.

Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 7,6%, από 4,5 εκατ. σε 4,89 εκατ., οι διανυκτερεύσεις κατά 6,8%, από 33,2 εκατ. σε 35,5 εκατ., ενώ τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 18,4%, από περίπου 3,2 δισ. σε 3,742 δισ. ευρώ. Η Βρετανία αντιπροσωπεύει πλέον το 16,6% των συνολικών ταξιδιωτικών εισπράξεων της χώρας μας.

Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη των Βρετανών αυξήθηκε 10%, στα 764,7 ευρώ, και είναι κατά 28,5% υψηλότερη από τον εθνικό μέσο όρο. Παράλληλα, οι Βρετανοί παραμένουν στην Ελλάδα κατά μέσο όρο 7,3 νύχτες, έναντι 6,1 για το σύνολο των επισκεπτών.

Αυστρία, Ισραήλ και Σερβία

Κερδισμένη είναι η ελληνική αγορά και από την Αυστρία, με τις αφίξεις να αυξάνονται κατά 15,6%, στις 926.000, τις διανυκτερεύσεις κατά 11,2%, στα 6,4 εκατ., και τα έσοδα κατά 16,4%, στα 636 εκατ. ευρώ. Η μελέτη εντοπίζει μάλιστα άμβλυνση της εποχικότητας της αυστριακής αγοράς, με ενίσχυση κυρίως του πρώτου τριμήνου.

Το Ισραήλ έδωσε επίσης 744.000 αφίξεις, αυξημένες κατά 19,8%, 4,3 εκατ. διανυκτερεύσεις (+9,5%) και 473 εκατ. ευρώ εισπράξεις, αυξημένες κατά 12,7%.

Από τη Σερβία οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 20%, από 667.000 σε περίπου 800.000 και οι διανυκτερεύσεις κατά 11,8%, στα 2,8 εκατ. Οι εισπράξεις διαμορφώθηκαν στα περίπου 248 εκατ. ευρώ, έναντι 193 εκατ. το 2024. Η συγκεκριμένη αγορά, ωστόσο, παραμένει περισσότερο εξαρτημένη από το καλοκαίρι, με περίπου 61% των εσόδων να συγκεντρώνεται στο τρίτο τρίμηνο.

Πηγή: ot.gr