Το ενοίκιο “καταπίνει” το εισόδημα

Μισθοί: Ένας στους τρεις κάτω από 1.000 ευρώ

Η συζήτηση για τους μισθούς στην Ελλάδα δεν περιορίζεται πλέον στις ετήσιες αυξήσεις του κατώτατου. Για έναν νέο εργαζόμενο, το βασικό ερώτημα είναι πόσα χρήματα του απομένουν στο τέλος του μήνα, αφού καλύψει ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα και μετακινήσεις, αλλά και αν το εισόδημά του επαρκεί για μια πραγματικά αυτόνομη ζωή.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα η νεότερη γενιά. Οι αναπροσαρμογές των κατώτατων αποδοχών ενισχύουν ονομαστικά το εισόδημα ορισμένων εργαζομένων, ωστόσο η ακρίβεια και ιδιαίτερα το αυξημένο κόστος κατοικίας απορροφούν μεγάλο μέρος της διαφοράς.

Ως αποτέλεσμα, η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί και η οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα για πολλούς νέους. Η οικονομική βοήθεια συχνά συνεχίζεται και μετά την ενηλικίωση, καθώς το ύψος των αποδοχών δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος μιας αυτόνομης διαβίωσης.

Το ενοίκιο «φρενάρει» την ανεξαρτησία των νέων

Η στέγαση αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης που χωρίζει μια ονομαστική μισθολογική αύξηση από την πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Για έναν νέο που θέλει να φύγει από το πατρικό του σπίτι, το ενοίκιο είναι μόνο το πρώτο μέρος της οικονομικής εξίσωσης. Ακολουθούν το ηλεκτρικό ρεύμα, τα κοινόχρηστα, οι τηλεπικοινωνίες, τα τρόφιμα, οι μετακινήσεις και όλες οι υπόλοιπες καθημερινές δαπάνες.

Όταν ένα μεγάλο ποσοστό του εισοδήματος διατίθεται αποκλειστικά για την κατοικία, περιορίζονται δραστικά οι δυνατότητες για αποταμίευση ή για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων εξόδων. Έτσι, ακόμη και εργαζόμενοι με σταθερή απασχόληση δυσκολεύονται να συντηρήσουν ένα δικό τους νοικοκυριό.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο πιεστική για όσους βρίσκονται στα χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια. Ένας στους τρεις εργαζομένους αμείβεται με λιγότερα από 1.000 ευρώ τον μήνα, ενώ περίπου έξι στους δέκα λαμβάνουν έως 1.200 ευρώ μικτά.

Με αυτά τα δεδομένα, η αναζήτηση κατοικίας σε περιοχές όπου τα μισθώματα έχουν αυξηθεί αισθητά γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Για πολλούς νέους, επομένως, η παραμονή στο οικογενειακό σπίτι δεν αποτελεί επιλογή, αλλά οικονομική ανάγκη.

Γιατί οι αυξήσεις του κατώτατου δεν περνούν σε όλους

Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί και το κατά πόσο οι διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού επηρεάζουν το σύνολο της αγοράς εργασίας.

Η αναπροσαρμογή του κατώτατου ενισχύει άμεσα όσους αμείβονται με τις χαμηλότερες νόμιμες αποδοχές. Παράλληλα, μπορεί να ασκήσει πίεση για αυξήσεις και σε μισθούς που βρίσκονται λίγο υψηλότερα.

Ωστόσο, η άνοδος του κατώτατου δεν οδηγεί αυτομάτως σε αντίστοιχη αύξηση ολόκληρης της μισθολογικής κλίμακας.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ενός εργαζομένου από τον κατώτατο μισθό, τόσο περισσότερο η εξέλιξη των αποδοχών του καθορίζεται από την ατομική συμφωνία με τον εργοδότη, την ειδικότητα, τη ζήτηση προσωπικού, την προϋπηρεσία και, κυρίως, από την ύπαρξη συλλογικής σύμβασης.

Διαμορφώνεται έτσι μια αγορά εργασίας στην οποία οι χαμηλότεροι μισθοί μπορεί να αυξάνονται, χωρίς να ακολουθούν με την ίδια ταχύτητα οι αποδοχές εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που βρίσκονται στα επόμενα μισθολογικά επίπεδα.

Άλλο ο μισθός, άλλο η αγοραστική δύναμη

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση ανάμεσα στον ονομαστικό μισθό και στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να εισπράττει περισσότερα χρήματα σε σχέση με δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι έχει βελτιωθεί η οικονομική του κατάσταση. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την εξέλιξη των τιμών στα αγαθά και στις υπηρεσίες που χρησιμοποιεί καθημερινά.

Εάν ο μισθός αυξηθεί λιγότερο από όσο ακριβαίνουν το ενοίκιο, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι μετακινήσεις, τότε η πραγματική αγοραστική δύναμη του εργαζομένου μπορεί ακόμη και να μειωθεί.

Αυτή η απόκλιση εξηγεί γιατί οι αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές δεν αποτυπώνονται πάντοτε στην καθημερινότητα στον βαθμό που δείχνουν τα ονομαστικά ποσά.

Για τους νέους, οι πιέσεις είναι μεγαλύτερες, καθώς η δημιουργία ενός ανεξάρτητου νοικοκυριού συνοδεύεται εξαρχής από σημαντικά πάγια έξοδα. Η αγορά βασικού εξοπλισμού, η εγγύηση για το σπίτι και οι σταθερές μηνιαίες υποχρεώσεις απαιτούν ένα εισόδημα που θα αφήνει επαρκές περιθώριο μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών.

Γι’ αυτό η οικονομική βοήθεια των γονέων εξακολουθεί να είναι καθοριστική για σημαντικό τμήμα της νεότερης γενιάς, ακόμη και μετά την είσοδό της στην αγορά εργασίας.

Τι αλλάζει στον κατώτατο μισθό από το 2028

Νέα δεδομένα αναμένεται να φέρει η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού του κατώτατου μισθού από το 2028.

Ο νέος μηχανισμός θα βασίζεται σε μαθηματικό τύπο, ο οποίος θα συνυπολογίζει οικονομικούς δείκτες, όπως την πορεία του πληθωρισμού και την εξέλιξη των μισθών.

Με αυτόν τον τρόπο, η ετήσια αναπροσαρμογή θα εξαρτάται λιγότερο από αμιγώς πολιτικές αποφάσεις και θα συνδέεται περισσότερο με συγκεκριμένα δεδομένα της οικονομίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 1.000 ευρώ έως το 2030. Ακόμη και εάν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, όμως, το κρίσιμο ζήτημα δεν θα είναι μόνο η επίτευξη του συγκεκριμένου ποσού.

Το ουσιαστικό ερώτημα θα αφορά την πραγματική αξία των 1.000 ευρώ εκείνη την περίοδο και κυρίως το ύψος στο οποίο θα έχουν διαμορφωθεί τα ενοίκια, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι υπόλοιπες βασικές δαπάνες.

Οι συλλογικές συμβάσεις ως «κλειδί» για αυξήσεις

Η μεγαλύτερη πρόκληση αφορά τους εργαζομένους που αμείβονται πάνω από τον κατώτατο. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει ένας αυτόματος μηχανισμός που να μεταφέρει αναλογικά την αύξηση της κατώτατης αμοιβής στα υψηλότερα μισθολογικά επίπεδα.

Σε αυτό το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Μέσα από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μπορούν να καθοριστούν μισθολογικά κλιμάκια, επιδόματα, προσαυξήσεις προϋπηρεσίας και συνολικά ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής για ευρύτερες ομάδες εργαζομένων.

Η αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις θα μπορούσε, επομένως, να αποτελέσει τον βασικό δρόμο ώστε οι μισθολογικές αυξήσεις να μην περιορίζονται μόνο σε όσους λαμβάνουν τον κατώτατο.

Το ζήτημα της οικονομικής ανεξαρτησίας των νέων, πάντως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω της αύξησης των αποδοχών. Μισθοί και κόστος στέγασης αποτελούν πλέον αλληλένδετα προβλήματα.

Όσο η κατοικία απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, μια αύξηση του μισθού μπορεί να βελτιώνει τα ποσά στα χαρτιά, χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά την καθημερινότητα. Μέχρι να ανατραπεί αυτή η ισορροπία, το πατρικό σπίτι θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολλούς νέους ως το βασικό οικονομικό καταφύγιο στον δρόμο προς την ανεξαρτησία.

Imerisia.gr