Το παιδί είναι στον καναπέ με το κινητό στο χέρι. Στο τραπέζι, πάλι με το κινητό. Λίγο πριν κοιμηθεί, η οθόνη φωτίζει ακόμη το πρόσωπό του. Κι όταν ο γονιός ρωτά «τι βλέπεις;», η συνηθέστερη απάντηση μπορεί να είναι ένα μονολεκτικό «τίποτα».
Πόσο πρέπει να παρεμβαίνει ένας γονιός; Να ελέγχει τον λογαριασμό του παιδιού του στα social media; Να βάζει χρονικά όρια; Να του παίρνει το κινητό το βράδυ; Και πού τελειώνει η προστασία και αρχίζει η παραβίαση της ιδιωτικότητάς του;
Ο κ. Πέτρος Α. Γαλάνης, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής του Εργαστηρίου Κλινικής Επιδημιολογίας, και η κυρία Αγλαΐα Γ. Κατσιρούμπα, Διδάκτωρ του Τμήματος Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ και επιστημονική συνεργάτις του Εργαστηρίου Κλινικής Επιδημιολογίας, επιχειρούν να δώσουν πρακτικές απαντήσεις στο βιβλίο τους «Εθισμένοι στα Social Media: Οδηγός Επιβίωσης για Μικρούς και Μεγάλους».
Το μήνυμα που διατρέχει τις συμβουλές τους προς τους γονείς δεν είναι «απαγορεύστε τα social media». Είναι πολύ περισσότερο γνωρίστε, συζητήστε, προστατεύστε και βάλτε όρια.
Μπείτε στον ψηφιακό κόσμο του παιδιού
Πρώτο βήμα είναι να γνωρίζουν οι γονείς τις πλατφόρμες που χρησιμοποιεί το παιδί τους. Τα ηλικιακά όρια εγγραφής, επισημαίνουν οι συγγραφείς, μπορούν να παρακαμφθούν εύκολα από τα παιδιά. Γι’ αυτό προτείνουν, πριν δημιουργηθεί ένας λογαριασμός, γονείς και παιδιά να διαβάζουν μαζί την πολιτική και τις οδηγίες χρήσης της πλατφόρμας.
Για μικρότερα παιδιά, οι γονείς μπορούν να δημιουργούν οι ίδιοι τον λογαριασμό, ώστε να ελέγχουν τη διαδικασία, αλλά και να εξετάζουν μαζί με το παιδί το «κέντρο ασφάλειας» ή το «κέντρο γονέων» κάθε πλατφόρμας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η ημερομηνία γέννησης και η τοποθεσία δεν θα πρέπει να κοινοποιούνται, ενώ, όπου επιτρέπεται, μπορεί να χρησιμοποιείται διαδικτυακό ψευδώνυμο αντί του πραγματικού ονόματος. Οι συγγραφείς συστήνουν επίσης να μην γίνονται αποδεκτά αιτήματα φιλίας από ανθρώπους που το παιδί δεν γνωρίζει στην πραγματική ζωή.
Και υπάρχει ένας ακόμη βασικός κανόνας: Oι κωδικοί παραμένουν κωδικοί. Οι λογαριασμοί πρέπει να προστατεύονται με passwords που αλλάζουν συχνά και δεν μοιράζονται ούτε με φίλους.
Όχι κρυφός «αστυνόμος» πίσω από την οθόνη
Η επίβλεψη, σύμφωνα με τους συγγραφείς, δεν σημαίνει κρυφή παρακολούθηση. Αν ένας γονιός παρακολουθεί τους λογαριασμούς ή τη διαδικτυακή δραστηριότητα του παιδιού για λόγους προστασίας, πρέπει να είναι ειλικρινής μαζί του. Άλλωστε, ένα παιδί μπορεί εύκολα να δημιουργήσει έναν δεύτερο λογαριασμό, σχεδόν ανενεργό, μόνο και μόνο για να τον βλέπουν οι γονείς.
Γι’ αυτό το πραγματικό «γονικό φίλτρο» δεν είναι μόνο τεχνολογικό. Είναι ο συνεχής και ειλικρινής διάλογος. Οι γονείς μπορούν να βλέπουν μαζί με το παιδί περιεχόμενο, να ρωτούν για όσα συναντά online, να συζητούν τις αναρτήσεις του, τα σχόλια των φίλων του αλλά και τα σχόλια που κάνει το ίδιο. Μπορούν επίσης να του δείξουν πώς να αποφεύγει περιεχόμενο που δεν επιθυμεί να βλέπει, αξιοποιώντας, για παράδειγμα, φίλτρα στις μηχανές αναζήτησης.
«Αν κάτι πάει στραβά, έλα να μου το πεις»
Ίσως μία από τις σημαντικότερες γραμμές άμυνας να μην είναι κάποια ρύθμιση στο κινητό, αλλά η βεβαιότητα του παιδιού ότι μπορεί να στραφεί στον γονιό του. Οι συγγραφείς προτρέπουν τους γονείς να ενθαρρύνουν το παιδί να τους μιλά για οτιδήποτε συναντήσει στα social media και του φαίνεται λάθος, το ενοχλεί ή το κάνει να αισθάνεται άβολα. Και κυρίως να του ξεκαθαρίσουν ότι, αν συμβεί κάτι, πρώτη προτεραιότητα θα είναι να συνεργαστούν μαζί του για να διορθώσουν το λάθος.
Παράλληλα, το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι ένας άγνωστος στο διαδίκτυο παραμένει άγνωστος, όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή.
Χρειάζεται ακόμη να μάθει ότι το «εξαφανίζεται» στο διαδίκτυο δεν σημαίνει πάντοτε ότι εξαφανίζεται πραγματικά. Μία φωτογραφία ή ανάρτηση μπορεί να αποθηκευτεί με screenshot πριν διαγραφεί. Το ίδιο σημαντικός είναι και ο σεβασμός στην ιδιωτικότητα των άλλων: Πριν δημοσιεύσει φωτογραφία ή βίντεο κάποιου άλλου, πρέπει να ζητήσει την άδειά του.
Το κινητό έξω από το υπνοδωμάτιο
Τα όρια έχουν θέση σε αυτή τη σχέση. Οι συγγραφείς προτείνουν να θεσπίζονται έπειτα από συζήτηση με το παιδί, τόσο ως προς τη διάρκεια όσο και ως προς τις ώρες χρήσης των social media.
Πριν από τον βραδινό ύπνο, η πρόσβαση καλό είναι να περιορίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο, με smartphones, tablets και υπολογιστές να απομακρύνονται από το υπνοδωμάτιο. Γενικότερα, προτείνεται οι συσκευές να βρίσκονται, όσο είναι εφικτό, σε κοινόχρηστους και όχι σε ιδιωτικούς χώρους του σπιτιού.
Εργαλεία γονικού ελέγχου μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τον αποκλεισμό ιστοσελίδων και την εφαρμογή χρονικών ορίων.
Κάτω των 14: Περισσότερη επίβλεψη, χωρίς να εξαφανίζεται η ιδιωτικότητα
Οι συγγραφείς δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στα παιδιά κάτω των 14 ετών, για τα οποία θεωρούν απαραίτητη τη στενή γονική επίβλεψη, μαζί με συζήτηση και καθοδήγηση για την ορθολογική χρήση των social media. Καθώς το παιδί μεγαλώνει και αποκτά μεγαλύτερη ωριμότητα και δεξιότητες ψηφιακού εγγραμματισμού, η αυτονομία του μπορεί σταδιακά να αυξάνεται. Δεν υπάρχει, όμως, ένα ίδιο «καλούπι» για όλα τα παιδιά: Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αναπτυξιακές δυνατότητες, η ωριμότητα, οι ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε παιδιού.
Και εδώ απαιτείται ισορροπία: Η γονική επίβλεψη πρέπει να συνυπάρχει με τις λογικές ανάγκες του παιδιού για ιδιωτικότητα.
Πριν πείτε «άσε το κινητό», κοιτάξτε το δικό σας
Εδώ ίσως βρίσκεται και η πιο δύσκολη συμβουλή. Αν ένας γονιός ζητά από το 14χρονο παιδί του να περιορίσει τη χρήση των social media, ενώ ο ίδιος περνά ώρες μπροστά στην οθόνη, το μήνυμα γίνεται αντιφατικό.
Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι η συμπεριφορά των ίδιων των γονέων έχει σημασία: Η χρήση των social media την ώρα που μιλούν με το παιδί, η απόσπαση της προσοχής τους από μια διά ζώσης συζήτηση ή το κινητό στο οικογενειακό τραπέζι μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται και χρησιμοποιεί τα social media.
Με άλλα λόγια, τα όρια που ζητάμε από τα παιδιά αρχίζουν από τη δική μας οθόνη.
Τα social media δεν είναι μόνο «ο εχθρός»
Υπάρχει, τέλος, μια κρίσιμη διάκριση. Στόχος δεν είναι να παρουσιαστούν τα social media αποκλειστικά ως απειλή. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες κοινωνικής υποστήριξης, διαδικτυακής συντροφικότητας και συναισθηματικής εγγύτητας και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να συμβάλουν στην υγιή κοινωνικοποίηση. Παράλληλα, οι γονείς μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να αναζητούν και εκπαιδευτικό περιεχόμενο, για παράδειγμα γύρω από τη φύση, την ιστορία ή τις τέχνες.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς πόση ώρα βρίσκεται ένα παιδί μπροστά σε μια οθόνη. Είναι τι κάνει εκεί, με ποιους επικοινωνεί, τι βλέπει, τι μοιράζεται και – κυρίως – αν υπάρχει ένας ενήλικος δίπλα του με τον οποίο μπορεί να μιλήσει όταν κάτι δεν πάει καλά.
Το βιβλίο «Εθισμένοι στα social media, Οδηγός Επιβίωσης για Μικρούς και Μεγάλους» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις»
ygeiamou.gr