Αντιμέτωπος με φόρο εισοδήματος ύψους 8.986,98 ευρώ βρέθηκε φορολογούμενος ο οποίος είχε δηλώσει δαπάνη 54.726,78 ευρώ για αγορά ακινήτου και επιχείρησε να καλύψει το σχετικό τεκμήριο επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, χρήματα από την πώληση 50 χρυσών λιρών στην ΤτΕ.
Παρότι προσκόμισε επίσημο έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), από το οποίο προέκυπτε ότι είχε εισπράξει 31.248,08 ευρώ από την πώληση των νομισμάτων, η φορολογική Αρχή δεν δέχθηκε να συνυπολογίσει το ποσό για την κάλυψη της τεκμαρτής δαπάνης. Ο λόγος ήταν ότι ο φορολογούμενος δεν μπόρεσε να αποδείξει με παραστατικά πότε και με ποιον τρόπο είχαν περιέλθει στην κατοχή του οι χρυσές λίρες, καθώς και πόσα χρήματα είχαν δαπανηθεί για την απόκτησή τους.
Η υπόθεση αναδεικνύει μια ιδιαίτερα σημαντική παγίδα των φορολογικών τεκμηρίων: η απόδειξη ότι κάποιος πούλησε ένα περιουσιακό στοιχείο και εισέπραξε χρήματα δεν αρκεί πάντοτε για να αναγνωριστούν τα χρήματα αυτά ως διαθέσιμο κεφάλαιο για την κάλυψη τεκμηρίων. Αυτό προκύπτει από την υπ’ αριθμόν 3757/28-9-2026 απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, η οποία επικύρωσε τον φόρο που είχε καταλογίσει η ΔΟΥ Καλαμάτας.
Η αγορά του ακινήτου
Η υπόθεση ξεκίνησε με τη φορολογική δήλωση για το έτος 2025, την οποία ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε στις 15 Μαΐου 2026. Στον κωδικό 735 του εντύπου Ε1 δήλωσε δαπάνη 54.726,78 ευρώ, η οποία υπαγόταν στην κατηγορία των δαπανών απόκτησης ακινήτων. Παράλληλα, στον κωδικό 787 ανέγραψε 50.000 ευρώ, επικαλούμενος ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών που είχε ήδη φορολογηθεί ή απαλλασσόταν νόμιμα από τον φόρο. Με τον τρόπο αυτό επιδίωξε να δικαιολογήσει τη μεγάλη δαπάνη απόκτησης περιουσιακού στοιχείου και να αποφύγει τη φορολόγηση πρόσθετου τεκμαρτού εισοδήματος. Ωστόσο, η ΔΟΥ Καλαμάτας προχώρησε στην εκκαθάριση της δήλωσης χωρίς να αποδεχθεί το ποσό των 50.000 ευρώ που είχε καταχωριστεί ως ανάλωση κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί, στις 12 Ιουνίου 2026, εκκαθαριστικό με χρεωστικό ποσό 8.986,98 ευρώ. Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ στις 24 Ιουνίου 2026, ζητώντας την τροποποίηση της πράξης προσδιορισμού του φόρου.
Για να υποστηρίξει την προσφυγή του, ο φορολογούμενος επικαλέστηκε έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία 11 Απριλίου 2025. Σύμφωνα με αυτό, είχε πωλήσει συνολικά 50 χρυσές λίρες Αγγλίας, και συγκεκριμένα, 7 λίρες παλαιάς κοπής, 39 λίρες με ελαττώματα στην όψη και 4 λιποβαρείς λίρες της κατηγορίας «Μ.Ε.-1», με συνολικό τίμημα 31.248,08 ευρώ.
Επομένως, η πραγματοποίηση της πώλησης δεν αμφισβητούνταν ως γεγονός, καθώς υπήρχε επίσημο τραπεζικό έγγραφο που πιστοποιούσε τη συναλλαγή και το ποσό που εισπράχθηκε. Η διαφωνία με την εφορία αφορούσε το κατά πόσον τα συγκεκριμένα χρήματα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τη φορολογική κάλυψη της δαπάνης απόκτησης του ακινήτου.
Η απόκτηση
Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι η απαίτηση για την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αρχική απόκτηση των χρυσών νομισμάτων ήταν πρακτικά αδύνατο να ικανοποιηθεί. Όπως ανέφερε, οι λίρες δεν είχαν αγοραστεί όλες μαζί, αλλά είχαν συγκεντρωθεί σταδιακά στη διάρκεια πολλών δεκαετιών, ήδη από τη βρεφική του ηλικία.
Ορισμένες είχαν αποκτηθεί με μεμονωμένες αγορές μικρής αξίας και άλλες είχαν περιέλθει στην κατοχή του μέσω άτυπων δωρεών από συγγενικά πρόσωπα. Κατά συνέπεια, επρόκειτο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, για οικογενειακά περιουσιακά στοιχεία που είχαν αποκτηθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και υπό διαφορετικές συνθήκες. Ο ίδιος επισήμανε ότι, εξαιτίας του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει, δεν είχαν διατηρηθεί τα σχετικά παραστατικά.
Τι προβλέπει η νομοθεσία
Το άρθρο 34 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ν. 4172/2013, επιτρέπει στους φορολογουμένους να επικαλούνται χρηματικά ποσά από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων για να καλύπτουν ή να περιορίζουν τα τεκμήριά τους. Ωστόσο, ο νόμος προβλέπει ότι από τα έσοδα αυτά αφαιρούνται τα ποσά που είχαν δαπανηθεί για την απόκτηση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων.
Η σχετική εγκύκλιος ΠΟΛ. 1076/2015 διευκρινίζει ότι για την κάλυψη τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση του κόστους απόκτησης. Επιπλέον, οι οδηγίες συμπλήρωσης του Ε1 προβλέπουν ότι τα ποσά από περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1988 πρέπει, κατά κανόνα, να εμφανίζονται μειωμένα κατά το κόστος απόκτησής τους. Σκοπός των διατάξεων είναι να αποτρέπεται η επαναχρησιμοποίηση των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη φορολογικών τεκμηρίων.
Η απόρριψη της προσφυγής
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) έκρινε ότι το παραστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος αποδείκνυε μεν την πώληση των νομισμάτων, αλλά δεν επαρκούσε για να τεκμηριώσει το ποσό που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των τεκμηρίων.
Όπως σημειώνει στην απόφαση, η προσφυγή απορρίφθηκε επειδή «ο προσφεύγων δεν προσκόμισε ούτε ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής ούτε ενώπιον της Υπηρεσίας μας τα αναγκαία δικαιολογητικά ή άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύονται ο χρόνος, ο τρόπος και το κόστος απόκτησης των επίμαχων χρυσών νομισμάτων, ούτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ικανό να θεμελιώσει και να τεκμηριώσει τους σχετικούς ισχυρισμούς του».
Η παγίδα
Η απόφαση έχει ευρύτερο ενδιαφέρον για όσους κατέχουν χρυσές λίρες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από πολλά χρόνια, ιδίως μέσω οικογενειακών δωρεών.
Αναδεικνύει ότι ακόμη και μια αποδεδειγμένη πώληση προς επίσημο τραπεζικό ίδρυμα μπορεί να μην αρκεί για την κάλυψη τεκμηρίων, εφόσον δεν υπάρχουν τα απαιτούμενα στοιχεία για την αρχική απόκτηση. Ιδιαίτερα δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί η θέση φορολογουμένων που έχουν κληρονομήσει ή λάβει άτυπα χρυσά νομίσματα από συγγενείς τους πριν από πολλές δεκαετίες, που είναι μια συνήθης πρακτική.
Η συγκεκριμένη απόφαση υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη χρημάτων δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη φορολογική αναγνώρισή τους για την κάλυψη τεκμηρίων, ενώ το βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βαρύνει τον φορολογούμενο.
Πηγή: naftemporiki.gr