Προσπαθώντας να καταστήσει προσβάσιμο για όλους και ιδιαίτερα για τα μικρά παιδιά, το πολύτιμο αγαθό του έντυπου βιβλίου, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Δρυοπίδας Κύθνου, προχώρησε στη σύσταση της δικής του Δανειστικής Βιβλιοθήκης.
Με σύνθημα «Μην τα αφήνεις να σκονίζονται, χάρισέ τα να δανείζονται!», ο Πολιτιστικός Σύλλογος Δρυοπίδας Κύθνου προχώρησε στην ίδρυση δανειστικής βιβλιοθήκης, για τα μικρά, αλλά και… μεγαλύτερα παιδιά του νησιού, ενώ επίσης η νέα αυτή δομή απευθύνεται και στους επισκέπτες, που αυτό τον καιρό κατακλύζουν το νησί.
Όπως επισημαίνει η υπεύθυνη της δράσης αυτής του Πολιτιστικού Συλλόγου Δρυοπίδας και εκπαιδευτικός, κ. Ειρήνη Βλάχου, η πρόθεση του Συλλόγου υπήρξε εξ αρχής η κάλυψη του «κενού» που αφήνει η έλλειψη δημόσιας βιβλιοθήκης στο νησί, καθώς πεποίθηση των μελών του αποτελεί, πως τα παιδιά κυρίως, αλλά και οι μεγαλύτεροι πρέπει να έχουν πρόσβαση στη λογοτεχνία.
Τα εγκαίνια της Δανειστικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου, πραγματοποιήθηκαν στις 22 Ιουλίου 2017, με την παρουσίαση του Βιβλίου «Παραμύθια της Κύθνου» του Κυθνιού λαογράφου, Γιώργη Βενετούλια, όπου δεκάδες παιδιά είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ιστορίες μυθοπλασίας από τον ίδιο τους τον τόπο.
Περίπου ένα μήνα τώρα η Δανειστική Βιβλιοθήκη έχει ενθουσιάσει τους φίλους της, ενώ είναι αρκετοί και οι επισκέπτες του νησιού, που προτιμούν να δανειστούν ένα βιβλίο, προκειμένου να τους συντροφεύσει στις διακοπές τους.
«Τόπος συνάντησης ανθρώπων κάθε ηλικίας»
«Είναι κάτι που μόλις τώρα ξεκίνησε και θεωρώ ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας ακόμη», ξεκαθαρίζει εξ αρχής η κ. Βλάχου, μιλώντας για την εθελοντική αυτή πρωτοβουλία. «Η βιβλιοθήκη ξεκίνησε τη λειτουργία της τρεις φορές την εβδομάδα. Αυτή τη στιγμή ο κόσμος δείχνει ενδιαφέρον και καθημερινά επισκέπτονται την βιβλιοθήκη άτομα που δανείζονται βιβλία και θα προσπαθήσουμε να το προχωρήσουμε τόσο, ώστε από βιβλιοθήκη του Πολιτιστικού Συλλόγου να γίνει σύντομα και επίσημα, η δημόσια βιβλιοθήκη του νησιού. Αυτός είναι ο στόχος μας και έχουμε και την πολύτιμη συμβολή και της δημοτικής αρχής», επισημαίνει. Παράλληλα, διευκρινίζει, πως πρόκειται για μία δύσκολη διαδικασία, καθώς «οι αναγνώστες, οι χρήστες της βιβλιοθήκης, πρέπει να “εκπαιδευτούν”».
Ενώ, σύμφωνα με την κ. Βλάχου, «υπήρχαν πολλά βιβλία στο νησί, τόσο ιδιωτικά όσο και στις Κοινότητες, αυτά τα βιβλία δεν χρησιμοποιούνταν, δεν δανείζονταν, βρίσκονταν σε αποθήκες. […] Για εμάς το στοίχημα ήταν να δημιουργήσουμε κάτι καινούριο, να παραγάγουμε καινούριο πολιτιστικό προϊόν. Έτσι, είπαμε να ξεκινήσουμε με αυτό που ήδη έχουμε, βιβλία που υπήρχαν στο νησί και να προσπαθήσουμε να τα βάλουμε σε ένα χώρο, ο οποίος θα είναι επισκέψιμος και θα γίνει σύντομα τόπος συνάντησης ανθρώπων όλων των ηλικιών». Επίσης, όπως ανέφερε, ο Σύλλογος προγραμματίζει ειδικά προγράμματα και δράσεις για την δανειστική βιβλιοθήκη, ενώ δεν αποκλείει στο μέλλον, μία συνεργασία και με άλλους εθνικούς φορείς, για την ανάπτυξη του θεσμού.
«Αρχικά υπήρξε μία εκστρατεία συγκέντρωσης βιβλίων από τον ντόπιο πληθυσμό, η οποία είχε κάποιο αποτέλεσμα – αν και ακόμη έχουμε δρόμο – και σιγά-σιγά θα αρχίσουμε να απευθυνόμαστε και σε δωρητές, από τον εκδοτικό χώρο, μεμονωμένους ιδιώτες, που ίσως να έχουν κάποια σχέση με το νησί. Οι φίλοι και επισκέπτες της Κύθνου δείχνουν ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον και πιστεύω πως από τον Σεπτέμβριο θα έχουμε ακόμη περισσότερα βιβλία ως “δώρα” για τη βιβλιοθήκη», σημείωσε η κ. Βλάχου.
«Το βιβλίο είναι αντίδοτο»
Σε ό,τι αφορά στην «εκπαίδευση» των αναγνωστών, η υπεύθυνη για τη δράση της δανειστικής βιβλιοθήκης του Συλλόγου, σημειώνει, πως χρειάζεται προσπάθεια και συνέπεια από την πλευρά του κοινού, για την εύρυθμη λειτουργία της βιβλιοθήκης, καθώς υπάρχουν παλαιότερες προσπάθειες, κατά τις οποίες είχε χαθεί μεγάλος όγκος βιβλίων.
«Δεν περιμένουμε, από τη μία μέρα στην άλλη, όλος ο πληθυσμός της Κύθνου να μάθει ότι υπάρχει βιβλιοθήκη, να έρθει στη βιβλιοθήκη», επισημαίνει η κ. Βλάχου, τονίζοντας πως ως προτεραιότητα θα τεθεί η ‘μύηση’ των παιδιών της Κύθνου, μέσα από τις σχολικές μονάδες και με την βοήθεια των εκπαιδευτικών, στην κουλτούρα του βιβλίου και της δανειστικής βιβλιοθήκης, «ώστε να προάγουν τη φιλαναγνωσία και να δημιουργήσουν μία πιο στενή σχέση με τη βιβλιοθήκη».
Τα παιδιά, όπως σημειώνει η υπεύθυνη, «πάντοτε αναγνωρίζουν το καλό. Έχω εμπιστοσύνη στα παιδιά, ότι τα παιδιά αν πειστούν, θα πείσουν και το γονιό να έρθει για μία βόλτα έστω στη βιβλιοθήκη. Θα επισκεφτούν τη βιβλιοθήκη, θα δανειστούν βιβλία, θα τα επιστρέψουν και έτσι θα έρθουν και μία δεύτερη και μία τρίτη φορά. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων, θα έρθουν εδώ απλώς για να περάσουν καλά. Σιγά-σιγά, αυτό μέσα τους θα αρχίσει να εδραιώνεται και νομίζω ότι αυτή θα είναι η πρώτη γενιά που θα εκπαιδευτεί στην Κύθνο, μετά από πολλά χρόνια, σχετικά με το βιβλίο, την αγάπη για το βιβλίο και την αξία της βιβλιοθήκης. Από κει, βασίζοντας την ελπίδα μου στα παιδιά, πιστεύω ότι αυτό το πράγμα θα επεκταθεί».
Περαιτέρω, σύμφωνα με την κ. Βλάχου, η Δανειστική Βιβλιοθήκη προσφέρει την δυνατότητα στον αναγνώστη να εντοπίσει και να απολαύσει ένα καλό βιβλίο, χωρίς την οικονομική επιβάρυνση, η οποία, δεδομένης της εποχής που διανύει η χώρα, θα ήταν ακόμη και δυσβάσταχτη, για κάποιες οικογένειες. «Είναι πανάκριβο αγαθό το βιβλίο, έχει καταντήσει απαγορευτικό για την ελληνική οικογένεια», σχολιάζει, «σίγουρα υπάρχουν ήδη αγορασμένα πάρα πολλά βιβλία και καλύτερα να μην τα αφήνουμε να σκονίζονται. Ας τους δώσουμε μία δεύτερη ευκαιρία κι αυτά να αναπνεύσουν και κάποιοι άλλοι να τα χαρούν».
Τέλος, σε ό,τι αφορά στην αξία της ανάγνωσης εξωσχολικών βιβλίων για τα παιδιά, η κ. Βλάχου τονίζει, πως «μετά λύπης μου, διαπιστώνω, ότι κάθε καινούρια γενιά που μπαίνει στη σχολική ζωή είναι πιο ‘φτωχή’ γλωσσικά – κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον εκπαιδευτικό – αλλά και πνευματικά», υπογραμμίζοντας, πως παρά την πληθώρα πληροφοριακών μέσων της εποχής και την ευρεία χρήση τους, τα παιδιά «δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει γύρω τους, τι συμβαίνει στη χώρα τους, τι συμβαίνει στον κόσμο […] είναι αντίδοτο σε όλα αυτά το διάβασμα. Είναι αντίδοτο ακόμη και στην κατάθλιψη που μας προκαλούν όλα αυτά που ζούμε. Αυτό που έχουμε πάθει κυρίως εμείς οι Έλληνες, είναι ότι δεν βλέπουμε ελπίδα, δεν βρίσκουμε ψυχική ανάταση. Το βιβλίο είναι ένα ψυχολογικό ‘διάλειμμα’, μπορεί να σου χαρίσει μία στιγμή ξεγνοιασιάς όταν είσαι ενήλικας. Οπωσδήποτε όμως, σε επίπεδο μόρφωσης, ένας άνθρωπος ο οποίος διαβάζει, μπορεί να καλύψει όλα τα κενά που δημιουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και ο τόπος, γιατί δεν έχουμε όλοι άνθρωποι τις ίδιες ευκαιρίες».