Τα ΕΛΤΑ αργούν να παραδώσουν. Και οι καθυστερήσεις δεν είναι απλώς παράπονο των πολιτών, αλλά αποτυπώνονται και στις επίσημες μετρήσεις. Μια επιστολή Α’ προτεραιότητας, που κανονικά θα έπρεπε να φτάνει γρήγορα, κάνει πλέον κατά μέσο όρο σχεδόν οκτώ εργάσιμες ημέρες για να ολοκληρώσει τη διαδρομή της, την ώρα που οι επιδόσεις των ΕΛΤΑ κάθε χρόνο υποχωρούν και η απόσταση από τα προβλεπόμενα επίπεδα εξυπηρέτησης μεγαλώνει.
Το χάσμα με όσα προβλέπει το ισχύον πλαίσιο είναι μεγάλο. Το 90% των επιστολών Α’ προτεραιότητας πρέπει να παραδίδεται στον παραλήπτη μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση και το 98% μέσα σε πέντε. Στην πράξη, όμως, σύμφωνα με τις επίσημες μετρήσεις της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) για το 2025, τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίστηκαν μόλις στο 20,4% και στο 42,8%. Με απλά λόγια, περίπου μία στις πέντε επιστολές παραδόθηκε μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες, ενώ λιγότερες από τις μισές έφτασαν μέσα σε πέντε.
Οι αριθμοί αυτοί αναδεικνύουν μια επίμονη υστέρηση στις επιδόσεις, ακόμη και απέναντι στους χαμηλότερους στόχους που ισχύουν από το 2021. Η σύγκριση με το παλαιότερο πλαίσιο είναι αποκαλυπτική: τότε, το ταχυδρομείο όφειλε να παραδίδει το 90% των αποστολών μέσα σε μία ημέρα και το 98% μέσα σε τρεις.
H ποιότητα της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας παραμένει υπό έντονη πίεση, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ΕΛΤΑ επιχειρούν να κερδίσουν ξανά έδαφος. Ο Οργανισμός βρίσκεται σε διαδικασία οικονομικής εξυγίανσης και εκσυγχρονισμού των υποδομών του, με βασικό ζητούμενο την ανάκτηση της αξιοπιστίας που έχει χαθεί στην καθημερινή εξυπηρέτηση.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται στο πλαίσιο του ετήσιου ελέγχου ποιότητας της καθολικής υπηρεσίας, η εγχώρια αλληλογραφία Α’ προτεραιότητας, που περιλαμβάνει επιστολές, λογαριασμούς και άλλα ταχυδρομικά αντικείμενα έως 2 κιλά, εμφανίζει μεγάλες αποκλίσεις από τους προβλεπόμενους στόχους. Η καθολική υπηρεσία αφορά στην υποχρέωση παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών σε όλους τους χρήστες, ανεξάρτητα από το σημείο της ελληνικής επικράτειας στο οποίο βρίσκονται, σε προσιτές τιμές και με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Φορέας παροχής της καθολικής υπηρεσίας στην Ελλάδα παραμένουν τα ΕΛΤΑ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.
Στον δείκτη των τριών ημερών, η επίδοση υπολείπεται κατά σχεδόν 70 ποσοστιαίες μονάδες του στόχου του 90%. Αντίστοιχα, στον δείκτη των πέντε ημερών, το ποσοστό απέχει περισσότερο από 55 ποσοστιαίες μονάδες από την προβλεπόμενη υποχρέωση του 98%.
Ακόμη πιο καθαρή γίνεται η εικόνα της επιδείνωσης στη σύγκριση με το 2024. Μέσα σε έναν χρόνο, η Α’ προτεραιότητα έχασε σημαντικό μέρος της ταχύτητάς της: οι επιστολές που παραδόθηκαν εντός τριών ημερών μειώθηκαν από 35,6% σε 20,4%, ενώ όσες έφτασαν εντός πέντε ημερών υποχώρησαν από 59,9% σε 42,8%. Παράλληλα, ο μέσος χρόνος παράδοσης αυξήθηκε από 5,8 σε 7,78 εργάσιμες ημέρες.
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και από την αλληλογραφία Β’ προτεραιότητας. Το 2025, μόλις το 22,1% των επιστολών εσωτερικού παραδόθηκε εντός τριών εργάσιμων ημερών και το 41,5% εντός πέντε, ενώ ο μέσος χρόνος παράδοσης έφτασε τις 7,86 εργάσιμες ημέρες. Έναν χρόνο νωρίτερα, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν σαφώς υψηλότερα, στο 35,9% και στο 60,9%, με μέσο χρόνο επίδοσης 5,72 εργάσιμες ημέρες. Η υποχώρηση αυτή φέρνει τη Β’ προτεραιότητα σχεδόν στους ίδιους χρόνους με την Α’, ακυρώνοντας στην πράξη τη διαφορά ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες.
Τα δεδομένα αυτά κάνουν ακόμη πιο απαιτητική τη συγκυρία για τα ΕΛΤΑ, καθώς ο Οργανισμός εξακολουθεί να αναζητά σταθερό βηματισμό σε μια αγορά που έχει αλλάξει ριζικά. Την ώρα που η ιδιωτική ταχυμεταφορά κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα, εμπορική ευελιξία και πιο επιθετική παρουσία, ο δημόσιος ταχυδρομικός φορέας καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί με όρους σύγχρονου ανταγωνισμού.
Η διοίκηση του Υπερταμείου έχει αναγνωρίσει ότι θα απαιτηθούν ακόμη 12 έως 18 μήνες προκειμένου να αποτυπωθούν τα αποτελέσματα του νέου κύκλου μετασχηματισμού των ΕΛΤΑ.
Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκεται η αναδιάρθρωση του δικτύου, με αντικατάσταση 150 καταστημάτων στην περιφέρεια από πρακτορεία ΕΛΤΑ. Το πλάνο στηρίζεται στην ανάπτυξη τραπεζικών υπηρεσιών, στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας και στην επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, με κομβικά έργα την εγκατάσταση νέου ERP, τον εκσυγχρονισμό των Κέντρων Διαλογής και την πλήρη ανάπτυξη συστημάτων track and trace.
capital.gr