Παρέμβαση του πρώην δημάρχου Σύρου - Ερμούπολης, Γιάννη Δεκαβάλλα για την ονομασία ενιαίου Δήμου

“Με τη σύνθετη ονομασία αποτυπώνεται η εντυπωσιακή πορεία απογείωσης του νησιού”

Είχα τη μεγάλη τύχη και ευλογία να υπηρετήσω επί μακρό χρονικό διάστημα από τη θέση του δημάρχου την πόλη που αποκλήθηκε «θαύμα του 19ου αιώνα», την ιστορική Ερμούπολη. Η πόλη μας που δημιουργήθηκε στα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης από τους κυνηγημένους πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Σύρο από τη Χίο, τα Ψαρά, τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη και άλλες ελληνικές περιοχές, μέσα σε ελάχιστο χρόνο γνώρισε μία απίστευτη ακμή σε όλους τους τομείς της οικονομίας, το εμπόριο και τη βιομηχανία, ενώ συγχρόνως ανέπτυξε ισχυρή ναυτιλία, αφού το λιμάνι μας έφτασε να καταστεί το μεγαλύτερο σε όλη τη χώρα, συνδέοντας τη Σύρα με τις μεγαλύτερες πόλεις και τα λιμάνια τόσο της Δύσης, όσο και της Ανατολής. Συγχρόνως η Ερμούπολη μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα είχε φτάσει στην κορύφωση της πνευματικής και καλλιτεχνικής δραστηριότητας.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολύπλευρης ανάπτυξης ήταν να ανεγερθούν σπάνιας ομορφιάς νεοκλασικά κτίρια, σπουδαία δημόσια κτίρια, καθώς και εντυπωσιακοί ναοί, αφού επιστρατεύτηκαν για τον σκοπό αυτό, σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες , αλλά και αξιόλογοι ζωγράφοι που επιμελήθηκαν τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες και τον όλο ζωγραφικό διάκοσμο. Τα κτίρια αυτά αποτελούν μέχρι σήμερα το ισχυρό αποτύπωμα της χρυσής περιόδου που έζησε η πόλη. Συγχρόνως η μεγάλη αυτή ακμή που γνώρισε η Ερμούπολη, της προσέδωσε μία μοναδική ακτινοβολία, την οποία περιέλουσε με μία ευρωπαϊκότητα που μεταφέρεται μέχρι τις μέρες μας μέσα από τα μνημεία, αλλά και την αισθητική και πολιτισμική αντίληψη των κατοίκων της.

Είναι εντυπωσιακό το ότι η Ερμούπολη διασώθηκε στο πέρασμα του χρόνου ως ο μοναδικός ίσως συνεκτικός νεοκλασικός οικισμός σε ολόκληρη την Ελλάδα. Πιθανότατα στην Αθήνα να διασώζονται περισσότερα νεοκλασικά κτίρια από την Ερμούπολη, ωστόσο αυτά είναι διάσπαρτα και σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζονται με τη συνεκτικότητα τη συνοχή που διακρίνουν τα νεοκλασικά της πόλης μας.

Πολλά κείμενα έχουν γραφτεί σχετικά με τους λόγους που οφείλει η Ερμούπολη τη διάσωση του σχεδόν αυτούσιου οικιστικού συνόλου της στο πέρασμα του χρόνου. Οι περισσότεροι την αποδίδουν στην παρατεταμένη οικονομική παρακμή που γνώρισε κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα.

Κανένας δεν μπορεί να αντικρούσει ότι μία ενδεχόμενη οικονομική ακμή θα μπορούσε να έχει ισοπεδώσει αυτήν την ομορφιά και τη θέση της να είχαν πάρει άκομψα πολυόροφα κτίρια, όπως αυτά που ανεγέρθηκαν μαζικά σε άλλες ελληνικές πόλεις. Ωστόσο, άποψή μου είναι ότι σε μεγάλο βαθμό η διάσωση αυτή οφείλεται επί πλέον στην πνευματική καλλιέργεια και τη διαχρονική ευαισθησία των κατοίκων της.

Σήμερα, που με ξεχωριστή λαμπρότητα ο δήμος μας, σε συνεργασία με τους φορείς και τις παραγωγικές τάξεις γιορτάζει τα διακόσια χρόνια από την ημέρα της ονοματοδοσίας της πόλης, είναι μία στιγμή που πρέπει να αναλογιστούμε, να σταθμίσουμε και να αξιολογήσουμε τα όσα εξελίχθηκαν και αποφασίστηκαν πριν από μερικά χρόνια χρόνια στο νησί μας. Το έτος 2010 με τον νόμο 3852, (πρόγραμμα Καλλικράτης), έγινε, παρά τις όποιες ατέλειες και τα κενά που είχε ο σχετικός νόμος, μία βαθιά τομή και σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον θεσμό της Αυτοδιοίκησης, με κυρίαρχο στοιχείο τις συγχωνεύσεις και τη σημαντική συρρίκνωση του αριθμού των δήμων σε όλη την Επικράτεια. Η διαφαινόμενη συνένωση των ΟΤΑ του νησιού σε έναν, είχε αρχίσει να μας προβληματίζει από πολύ νωρίς ως προς την ονομασία του ενιαίου πλέον δήμου.

Πράγματι, κοινός κανόνας ήταν, ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις νησιώτικων δήμων, οι νέοι δήμοι ελάμβαναν την ονομασία και μόνο του νησιού. Η περίπτωση της Ερμούπολης όμως είχε μία ιδιαιτερότητα. Η Ερμούπολη δεν ήταν απλά το ουσιαστικό κέντρο του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα. Δεν ήταν απλά η πρώτη πόλη που κτίστηκε από θεμέλια στο πλαίσιο του νεοσυσταθέντος τότε κράτους. Ήταν η επίδοξη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έχοντας θέσει κάποια στιγμή δυναμική υποψηφιότητα για τον σκοπό αυτό. Η Ερμούπολη ήταν επί πλέον μεταξύ των πρώτων δήμων που συνεστήθησαν στην Ελλάδα με το ΒΔ 1/13-10-1834. Πως θα μπορούσε άραγε, να εκλείψει από το όνομα του ενιαίου δήμου το όνομα της Ερμούπολης και να μην συμπεριληφθεί σε αυτόν το όνομα της πρωτεύουσας των Κυκλάδων και έδρας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.

Σε πρώτη φάση σκέφτηκα να ζητήσω τη στήριξη σημαντικών ανθρώπων του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Δεκάδες προσωπικότητες που ήταν συνυφασμένοι με την πορεία και την ιστορία της Ερμούπολης, όπως διανοούμενοι, ιστορικοί, συγγραφείς, καθηγητές πανεπιστημίου, επιφανείς καλλιτέχνες τάχθηκαν με προθυμία αλλά και επιστημονική τεκμηρίωση αλληλέγγυοι στην προσπάθεια αυτή, (Μάνος Ελευθερίου, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Χρήστος Λούκος, Γιάννης Καλογήρου, Γιώργος Νταλάρας κ.ά.). Στη συνέχεια ξεκινήσαμε επαφές με εκπροσώπους της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Καθοριστική ήταν η στήριξη από τον φίλο, πρώην υπουργό και βουλευτή Κυκλάδων Παναγιώτη Ρήγα, ενώ και ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος Β’ κινήθηκε δραστικά προς την ίδια κατεύθυνση. Βέβαια ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του έκανε εκείνη την περίοδο στα ΜΜΕ, ο πρώην πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, αείμνηστος Αντώνης Μαρκουλής, ως υπέρμαχος της σύνθετης ονομασίας.

Όταν λάβαμε τη διαβεβαίωση της κυβέρνησης για την αποδοχή της πρότασής μας, ένα νέο δίλημμα άρχισε να μας απασχολεί. Πως θα ονομαζόταν άραγε ο νέος δήμος; Δήμος Ερμούπολης-Σύρου ή Δήμος Σύρου-Ερμούπολης; Η πρότασή μου ήταν ο δήμος μας να λάβει τη δεύτερη ονομασία. Γιατί διαφορετικά, θα μπορούσε να εκληφθεί ότι δεν πρόκειται για ενιαίο δήμο του νησιού, αλλά για έναν δήμο, ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνει όλους τους λοιπούς οικισμούς, και κυρίως τον εξ ίσου εντυπωσιακό και ιστορικό οικισμό της Άνω Συρου.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι θεώρησαν εκείνη τη χρονική περίοδο ότι με τη σύνθετη ονομασία του νέου δήμου γινόταν προσπάθεια διαχωρισμού του νησιού. Αντίθετα, εκτιμώ ότι με τη σύνθετη ονομασία αποτυπώνεται η εντυπωσιακή πορεία απογείωσης του νησιού στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του νεότερου ελληνικού κράτους. Ο πολιτισμός, τα ήθη και έθιμα και γενικότερα ο τρόπος ζωής που έφεραν στο νησί οι χιλιάδες πρόσφυγες που έσπευσαν να το εποικίσουν, έδεσαν αρμονικά με τον τρόπο ζωής των γηγενών κατοίκων, οι οποίοι είχαν την τύχη και το προνόμιο να ζήσουν και να αναπτύξουν έναν πραγματικά εξ ίσου σπουδαίο πολιτισμό, μέσα στην ασφάλεια που τους πρόσφερε η γαλλική προστασία στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Κατά συνέπεια, η νέα αυτή σύνθετη ονομασία ενσωματώνει και αναδεικνύει τη διαφορετικότητα εκείνη που έθεσε τα θεμέλια για τη δυναμική ανάπτυξη και την εντυπωσιακή ιστορική περίοδο που γνώρισε η Σύρος κατά τον 19ο αιώνα. Η νέα ονομασία του δήμου εκφράζει τη συνύπαρξη και τη συμβίωση των κατοίκων της, οι οποίοι μέσα στο πέρασμα του χρόνου ξεπέρασαν τους όποιους αρχικούς κραδασμούς και κατέστησαν πρότυπο και υπόδειγμα κοινωνικής συνοχής.
Γιάννης Δεκαβάλλας
πρ. δήμαρχος Σύρου-Ερμούπολης