Πώς εκτέθηκαν οι ενεργειακές αδυναμίες της Ευρώπης

Μελέτη: "100 μέρες πόλεμος στο Ιράν"

Διαφήμιση

Εκατό ημέρες μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δυσάρεστη διαπίστωση: η στρατηγική που υιοθέτησε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία για την αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) έχει δημιουργήσει μια νέα μορφή ενεργειακής εξάρτησης.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας ανάλυσης του Institute for Energy Economics and Financial Analysis (IEEFA), σύμφωνα με την οποία η κρίση που προκάλεσε η διακοπή των εξαγωγών LNG από το Κατάρ λόγω του ουσιαστικού κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ ανέδειξε τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου και τις δυσκολίες πραγματικής διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού.

Η Ευρώπη βιώνει σήμερα τη δεύτερη μεγάλη ενεργειακή κρίση μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Η πρώτη προκλήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία το 2022, ενώ η δεύτερη συνδέεται με τη γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στις παγκόσμιες ροές LNG.

Η απώλεια του Κατάρ και η νέα εξάρτηση

Η πρακτική αδυναμία εξαγωγών LNG από το Κατάρ προς την Ευρώπη οδήγησε σε σημαντική αναδιάταξη των ροών φυσικού αερίου.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το διάστημα Μαρτίου – Μαΐου 2026 οι εισαγωγές LNG της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν από όλους τους βασικούς προμηθευτές πλην του Κατάρ. Οι εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκαν κατά 5%, από την Αλγερία κατά 11%, από τη Ρωσία κατά 25% και από τη Νορβηγία κατά 84% σε ετήσια βάση.

Ως αποτέλεσμα, το αμερικανικό LNG αντιπροσώπευσε το 60% των συνολικών εισαγωγών LNG της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι 56% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η διαφοροποίηση των προμηθευτών δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει ενεργειακή ασφάλεια, όταν η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς αγορές φυσικού αερίου και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αύξηση των εισαγωγών ρωσικού LNG κατά 25%, γεγονός που υπογραμμίζει ότι, παρά τις πολιτικές απεξάρτησης από τη Μόσχα, σημαντικές ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθούν να βρίσκουν διέξοδο προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Διαφορετικές στρατηγικές μεταξύ των κρατών

Η κρίση ανέδειξε και τις διαφορετικές προσεγγίσεις που ακολουθούν τα ευρωπαϊκά κράτη.

Ορισμένες χώρες επιχείρησαν να μειώσουν την έκθεσή τους στις αγορές LNG, ενώ άλλες αύξησαν ακόμη περισσότερο τις εισαγωγές τους προκειμένου να διασφαλίσουν τον εφοδιασμό τους.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Γερμανία, οι εισαγωγές LNG της οποίας εκτινάχθηκαν κατά 72% σε ετήσια βάση το διάστημα Μαρτίου – Μαΐου, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ όλων των κρατών-μελών της ΕΕ.

Στον αντίποδα, η Γαλλία περιόρισε τις εισαγωγές LNG κατά 23%, ακολουθώντας διαφορετική στρατηγική διαχείρισης της κρίσης.

Παράλληλα, το Ηνωμένο Βασίλειο κινήθηκε προς την κατεύθυνση της μείωσης της εξάρτησής του από το LNG. Οι συνολικές εισαγωγές LNG υποχώρησαν κατά 20% σε ετήσια βάση μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου, ενώ το μερίδιο του αμερικανικού LNG στις βρετανικές εισαγωγές μειώθηκε στο 63% από 67% πέρυσι.

Συνολικά, ΕΕ και Ηνωμένο Βασίλειο μείωσαν τις εισαγωγές LNG κατά περίπου 3% από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα, ένδειξη ότι αρχίζουν να διαμορφώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στο φυσικό αέριο.

Το δίδαγμα για την Ευρώπη

Η μελέτη του IEEFA υποστηρίζει ότι οι τελευταίες εκατό ημέρες απέδειξαν τόσο την ανθεκτικότητα όσο και τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.

Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη απέφυγε σοβαρές ελλείψεις φυσικού αερίου παρά την απώλεια ενός από τους σημαντικότερους προμηθευτές LNG παγκοσμίως. Από την άλλη πλευρά, η αναγκαστική στροφή προς τις ΗΠΑ και τη Ρωσία κατέδειξε ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αναζήτηση νέων προμηθευτών.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η μακροπρόθεσμη θωράκιση της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από τη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου και την επιτάχυνση επενδύσεων σε τεχνολογίες που περιορίζουν την έκθεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας και των μεταφορών, καθώς και οι επενδύσεις στα δίκτυα, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. 

Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν δεν ανέδειξε μόνο τους γεωπολιτικούς κινδύνους της Μέσης Ανατολής. Αποκάλυψε επίσης ότι η Ευρώπη, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ουκρανικής κρίσης, εξακολουθεί να αναζητά ένα πραγματικά βιώσιμο μοντέλο ενεργειακής ασφάλειας, λιγότερο εξαρτημένο από τις διεθνείς αγορές φυσικού αερίου και περισσότερο βασισμένο σε εγχώριες καθαρές πηγές ενέργειας.

capital.gr