Η Αλήθεια είναι αιώνια. Μυθολογικά, η (Ελληνική) Αλήθεια ήταν κόρη του Δία, του θεού της τάξης, και μητέρα της Αρετής. Ήταν αθάνατη. Η (Λατινική) Αλήθεια, η Veritas, ήταν κόρη του Κρόνου, θεού της αταξίας και μητέρα, κι αυτή, της Αρετής, της Virtus. Οι λέξεις VeRiTas, ViRTus, ΑΡεΤή έχουν κοινές ρίζες. Όπως ξέρομε, ο Κρόνος (χρόνος) κατάπινε τα παιδιά του για να μην του πάρουν την εξουσία, όπως του είχε προείπει η μάνα του η Γαία. Μαζί κατάπινε και την Αλήθεια, πάει αυτή, ξεχνιόταν με το χρόνο. Με την επικράτηση της τάξης του Δία όμως ο Κρόνος την έκανε εμετό κι αυτή, αθάνατη καθώς ήταν, ξαναεμφανιζόταν. Έτσι κι αλλιώς, η Αλήθεια μυθολογικά είναι αθάνατη, έστω και αν για ένα διάστημα με το χρόνο έχει ξεχαστεί. Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι θα ξανακάνει την εμφάνισή της. Τόσο που το τελικό κριτήριό της είναι, από μια άποψη ακριβώς το ότι ποτέ δεν ξεχνιέται.
Ναι, αλλά η επιστημονική αλήθεια βρίσκεται εκεί που διασταυρώνονται το νοητό με το αισθητό, η θεωρία με την εμπειρία, η υπόθεση με την παρατήρηση. Όμως, τόσο το αισθητό όσο και το νοητό σφάλλουν. Βλέπω ένα, αλλά στην πραγματικότητα είναι δύο δίπλα το ένα στο άλλο, που καμιά αίσθησή μου δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει. Και ό,τι νοώ είναι στην πραγματικότητα ένα συμπέρασμα. Κι αν αυτό είναι το προϊόν μιας παραγωγικής νοητικής εξεργασίας, από το όλο στο επιμέρους, τίποτε το καινούργιο δεν προσφέρει, καμιά αλήθεια δεν αποκαλύπτει. Αν πάλι είναι το προϊόν μιας επαγωγής, από τα επιμέρους στο όλο, αποκαλύπτει μια καινούργια αλήθεια, αλλά, αναγκαστικά με μια άλω σφάλματος γύρω της. Από οσαδήποτε επιμέρους και αν ξεκίνησα, πάντοτε υπάρχουν κι άλλα, που μπορεί να ξεφεύγουν έξω από τα πλαίσια που με οδήγησαν στην επιστημονική αλήθεια. Ακόμη και με τα ιλιγγιώδη ποσά των επιμέρους που μπορεί να αποτελούν την αφετηρία ενός συλλογισμού της τεχνητής νοημοσύνης, πάντα μπορεί να υπάρχουν κι άλλα, έξω από την αποθήκη γνώσεων της τεχνητής νοημοσύνης. Απόλυτη αλήθεια ΔΕΝ υπάρχει!
Μπορεί πραγματικά η Αλήθεια να μην ξεχνιέται, να είναι αθάνατη, δεν μένει όμως αναλλοίωτη. Κάνω μια υπόθεση στη βάση πολλών παρατηρήσεων (επαγωγή) την επιβεβαιώνω με πείραμα (παραγωγή), οδηγούμαι σε μια θεωρία. Η θεωρία είναι μια καλή πυξίδα για το τι να κάνω, ώσπου να σκοντάψω σε μια παρατήρηση που δεν εμπίπτει στη θεωρία μου. Και τότε ξανακάνω μια νέα θεωρία που ερμηνεύει τόσο τα παλιά όσο και τα παράδοξα καινούρια. Η Αλήθεια έμεινε, αλλά παραμορφωμένη, συνήθως ωραιότερη.
Ο Ηράκλειτος είχε δει ότι τα πάντα αλλάζουν. «Τὰ πάντα ρεῖ», έλεγε ο σοφός και «Οὐκ ἄν δίς τὸν αὐτὸν ποταμὸν ἐμβαίης». Τη δεύτερη φορά που θα τον διαβείς, θα είναι άλλα νερά, άλλος ποταμός. Βέβαια, η κοίτη του ποταμού μένει σταθερή, όπως και το όνομά του. Οπωσδήποτε όμως αλλάζουν, αλλά με πολύ βραδύτερο ρυθμό. Και κάθε επιστημονική αλήθεια μένει ίδια, αλλά διαρκώς τροποποιείται λίγο λίγο, αργά, όπως η κοίτη του ποταμού.
Η πορεία της αλλαγής όμως δεν είναι γραμμική, συνεχής. Ταλαντώνεται και μάλιστα με περιοδικούς σταθμούς. Αυτή η ταλαντούμενη πορεία μοιάζει με μια ταλάντωση χάλασης με ασυνέχειες. Οι ασυνέχειες δεν αναιρούν την αιτιότητα, αλλά την κάνουν μη αναλογική. Να ένα παράδειγμα. Ξεκινώ από τα Γιάννενα να πάω στο Ηράκλειο της Κρήτης. Από τα Γιάννενα ως τον Πειραιά είναι περίπου 600 χιλιόμετρα. Αν τρέχω με το αυτοκίνητό μου με 100 χιλιόμετρα την ώρα, σε 6 ώρες περίπου θα φτάνω στο λιμάνι. Από κει ως την Κρήτη η ταχύτητα αλλάζει. Οπωσδήποτε ως την Κρήτη θα κάνω περισσότερη ώρα παρά από Ιωάννινα ως τον Πειραιά, αλλά όχι αναλογικά. Η ταχύτητα του πλοίου είναι μόνο περίπου 20 χιλιόμετρα την ώρα. Εξάλλου, αν για ένα δευτερόλεπτο χάσω το πλοίο, θα πρέπει να περιμένω 24 ώρες που θα φύγει το επόμενο. Να λοιπόν η ασυνέχεια. Κάπως έτσι προχωρά η ζωή. Πάντα προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά με πολλές ασυνέχειες. Τους νόμους της ασυνέχειες τους μελετά η θεωρία του χάους.
Να μας μείνει ό,τι έχομε πει ως τώρα: Τίποτε δεν μένει σταθερό στο χρόνο, ούτε καμιά Αλήθεια. Οι πιο σταθεροί σταθμοί στη ζωή είναι δύο. Κάποια στιγμή τα πάντα γεννιόνται. Και ό,τι γεννήθηκε, υποχρεωτικά, κάποια στιγμή πεθαίνει. Κι όμως, παρακολουθήστε πίσω στην πρύμνη ένα πλοίο που τρέχει. Αφήνει πίσω του ένα πολύ μακρύ ίχνος στη θάλασσα, ένα γραμμικό αφρό. Αυτός απλώνεται στην απέραντη θάλασσα, τα απόνερα του πλοίου. Η θέση του πλοίου αλλάζει, αλλά η τροχιά του αφήνει το αποτύπωμά της που χάνεται με πολύ βραδύτερο ρυθμό.
Ως τώρα μιλάμε για την πορεία των φυσικών φαινομένων, αλλά και των ιδεατών, όπως είναι η Αλήθεια. Ισχύουν όμως και για τα κοινωνικά φαινόμενα. Οι νόμοι αλλάζουν. Η βουλή σχεδόν καθημερινά νομοθετεί, ενώ εκδίδονται διαρκώς Υπουργικές αποφάσεις και Προεδρικά διατάγματα. Οι Υπουργοί και ο Πρόεδρος αποφασίζουν εφόσον τους έχει δοθεί η άδεια από ένα νόμο που έχει ψηφίσει η Βουλή. Αλλά και οι νόμοι που ψηφίζει η Βουλή βρίσκονται στα πλαίσια που ορίζει το Σύνταγμα. Πρώτο αξίωμα μιας ευνομούμενης πολιτείας είναι ότι οι νόμοι της δεν συγκρούονται με τους φυσικούς νόμους. Κανένας νόμος δεν μπορεί να επιβάλει σε κάποιον να πετάξει σαν πουλί καταπολεμώντας τη βαρύτητα. Θα σκοτωθεί όπως ο Ίκαρος. Το Σύνταγμα τροποποιείται με όρους που το ίδιο θέτει. Ωστόσο, το ίδιο το Σύνταγμα έχει ένα άρθρο (110) που λέει ότι το βασικό άρθρο του Συντάγματος δεν αλλάζει ποτέ! Ε, αυτό έρχεται σε σύγκρουση με το φυσικό νόμο που αναφέραμε παραπάνω, ότι τα πάντα αλλάζουν, έστω και με ασυνέχειες. Το ζήσαμε. Το Σύνταγμά μας (1975) αντικατέστησε το προηγούμενο Σύνταγμα (1952) που είχε ανάλογο άρθρο (108). Έγραφε εκείνο πως ποτέ δεν αλλάζει το θεμελιώδες άρθρο του που ήταν ότι το πολίτευμα της Ελλάδας είναι «βασιλευόμενη δημοκρατία». Κι όμως άλλαξε, έγινε «προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία». Μόνο που το τίμημα ήταν πολύ βαρύ. Σχεδόν όπως εκείνο του Ικάρου. Ήταν η επτάχρονη δικτατορία, που ανέστειλε τις κανονικές εξελίξεις της χώρας και, προπάντων, η εθνική συμφορά της Κύπρου. Αν δεν αλλάξει ομαλά και τούτο το Σύνταγμα που έχομε τώρα, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι κάποια στιγμή θα ανατραπεί, άγνωστο πώς, πότε, πάντως με μια εθνική συμφορά που κινδυνεύει να είναι, φοβούμαι, το τέλος του έθνους μας.