Σε μία συζήτηση εφ’ όλης της ύλης, ο πρόεδρος της ΝΟΔΕ Κυκλάδων, Διευθυντής Α’βάθμιας Εκπαίδευσης Κυκλάδων και πρόεδρος της Α.Ο. Φοίνικας Σύρου ΟΝΕΧ, κ. Χρήστος Καφτηράνης, σχολιάζει τα πολιτικά τεκταινόμενα, τόσο σε τοπικό, όσο και σε κεντρικό επίπεδο.
Με την ιδιότητά του ως ένας εκ των κομματικών εκπροσώπων της κυβέρνησης στις Κυκλάδες και στη Σύρο, ο κ. Καφτηράνης κλήθηκε να σχολιάσει την πολιτική επικαιρότητα, τόσο σε κεντρικό επίπεδο, όσο και σε τοπικό, με φόντο κυρίως την προσπάθεια σε κεντρικό επίπεδο για τη διαχείριση της πανδημίας, τη διαχείριση των ζητημάτων της παιδείας, αλλά και την αναπτυξιακή πορεία της Σύρου.
Εσείς προσωπικά, βιώσατε από πρώτο χέρι τη σοβαρή απειλή του covid-19, ως ασθενής. Από την άλλη, έχουμε τη λήψη ειδικών και έκτακτων μέτρων, που διαρκώς αλλάζουν και δε δείχνουν μία κυβέρνηση που πατά σταθερά στα πόδια της όσον αφορά στις επιλογές της στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Θα ήταν χρήσιμο ένα σχόλιο από εσάς για αυτό.
Χ. Καφτηράνης: «Ζούμε μία κατάσταση, που κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί, μία πρωτόγνωρη συνθήκη. Είτε την πιστεύουμε, είτε όχι, αυτή η ασθένεια είναι πάρα πολύ επικίνδυνη. Εγώ έχω και άποψη, διότι το έζησα. Πριν σχολιάσω την κυβέρνηση και τη διαχείριση της πανδημίας, θα πω ότι έχουμε να κάνουμε με έναν “αόρατο εχθρό” και πρέπει όλοι μας να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, να ακούμε τους ειδικούς και να λαμβάνουμε όλα τα μέτρα προστασίας. […] Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για όλο το υπόλοιπο διάστημα, ακόμη και μετά το εμβόλιο, διότι όπως όλα δείχνουν θα πρέπει να τηρούνται μέτρα και μετά τον εμβολιασμό.
Εκτός από πρωτόγνωρη, αυτή είναι και μία κατάσταση που μέρα με τη μέρα αλλάζει. Γι’ αυτό και βλέπουμε να υπάρχει και αυτή η δυσπιστία από ένα μέρος πολιτών απέναντι στα όποια μέτρα λαμβάνει η κυβέρνηση. Αυτά εναλλάσσονται, αναλόγως με το πώς διαμορφώνονται τα επιδημιολογικά στοιχεία. Υπάρχει η Επιτροπή Λοιμωξιολόγων, η οποία κρίνοντας από τα στοιχεία κάθε περιοχής, συμβουλεύουν και τι θα ανοίξει, τι θα κλείσει και πώς θα διαμορφωθούν τα μέτρα.
Είναι αλήθεια, ότι όλα υπολειτούργησαν ή και δε λειτούργησαν καθόλου κάποια στιγμή και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας μία μεγάλη αναστάτωση στους εργασιακούς κλάδους και όχι μόνο στο λιανεμπόριο ή στους ελεύθερους επαγγελματίες, παντού. Φυσικά, μετά από ένα χρόνο, ένας σημαντικός παράγοντας που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι και η κούραση των πολιτών. Αυτά πρέπει να τα αναλογιστούν και να δουν πώς θα πάμε και το καλοκαίρι, διότι δεν ξέρω αν ο κόσμος έχει την υπομονή να ζήσει ακόμη ένα εξάμηνο πανδημίας.
Υπήρχαν κάποια “ήξεις – αφήξεις” και γι’ αυτό θα πρέπει να είναι και λίγο πιο προσεκτική η Επιτροπή που παίρνει τις αποφάσεις, ούτως ώστε να είναι πιο πειστική προς τους πολίτες. Είναι θέμα εμπιστοσύνης πλέον, διότι βρισκόμαστε σε ένα καίριο σημείο. Είμαστε προς το τέλος της πανδημίας.
Επίσης, να κάνω και μία επισήμανση – και στεναχωριέμαι γι’ αυτό – το ζήτημα της πανδημίας δεν είναι κάτι που θα πρέπει η αντιπολίτευση να χρησιμοποιεί ως “όπλο” για αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, διότι θεωρώ ότι αντιπαρατίθεται και με την κοινωνία. Βάζεις, δηλαδή, πολίτες εναντίον πολιτών, πολίτες εναντίον επιστημόνων, κι έτσι δημιουργείται αναστάτωση και χαλά όλο αυτό που είχαμε χτίσει το πρώτο διάστημα της πανδημίας.
Μπαίνουμε στο δεύτερο έτος της πανδημίας, και όλη η κοινωνία έχει υποστεί ένα “ταρακούνημα”. […] Έγιναν όμως πάρα πολλά. Φυσικά και έγιναν λάθη – και θα γίνονται λάθη – όμως θεωρώ ότι η κυβέρνηση είχε μία θετική αντιμετώπιση του όλου προβλήματος. Πήγαμε πάρα πολύ καλά την πρώτη περίοδο, πάμε αρκετά καλά και τώρα. Έχουμε το σχέδιο των εμβολιασμών και μην ξεχνάτε, ότι βρισκόμαστε ανάμεσα στα πρώτα κράτη της ΕΕ σε ποσοστό εμβολιασμών. Εμείς στις Κυκλάδες περιμένουμε εναγωνίως και τον τουρισμό και πιστεύω ότι μέχρι τον Ιούνιο θα μπορέσουν να ανταποκριθούν οι εμβολιασμοί στους συμπολίτες μας, για να μπορέσουμε να υποδεχτούμε τουρίστες.
Γενικά, θεωρώ ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας έχει θετικό πρόσημο».
Τελικά οι αποφάσεις για τα μέτρα είναι ευθύνη αποκλειστικά της Επιτροπής; Έχουμε ακούσει τον πρωθυπουργό να λέει ότι οι ειδικοί μεν εισηγούνται, αλλά οι αποφάσεις είναι πολιτικές.
Χ.Κ.: «Άρα η κυβέρνηση, ή θα πρέπει να εισακούσει τη γνωμοδότηση των ειδικών ή να τους παρακάμψει και να λειτουργεί κατά βούληση. Έτσι δε θα υπήρχε καμία σύνδεση της Επιτροπής με την κυβέρνηση, αλλά δεν θα υπήρχε και καμία εμπιστοσύνη για την ορθότητα των μέτρων. Και δε θα υπήρχε και λόγος για την ύπαρξη αυτής της Επιτροπής. Πιστεύω ότι υπάρχουν εισηγήσεις, οι οποίες εισακούγονται σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό και σε ειδικές περιπτώσεις, ενδεχομένως η κυβέρνηση να αποφασίζει για κάτι, το οποίο και πάλι ως σενάριο τίθεται στην κρίση της Επιτροπής».
Εσείς βγήκατε νικητής από τη μάχη με τον ιό, ωστόσο δεν θα σταθούμε στο κομμάτι της νόσου σε αυτό το σημείο, όσο στο μετέπειτα. Δημιούργησε έντονη εντύπωση το γεγονός, ότι στο ευχαριστήριο που εκδώσατε μετά τη νοσηλεία σας, αναφερθήκατε μόνο στο προσωπικό του νοσοκομείου της Αθήνας που σας περιέθαλψαν, ενώ απουσίαζε η ελάχιστη αναφορά στο Γενικό Νοσοκομείο Σύρου. Αυτό από πού εκπορεύτηκε και για ποιο λόγο;
Χ.Κ.: «Αρχικά να πω, ότι εύχομαι κανείς να μην περάσει αυτή τη διαδικασία που περάσαμε εγώ και η σύζυγός μου. Όντως είναι μία δύσκολη ασθένεια, η οποία εκτός της ταλαιπωρίας κατά τη νόσηση, αφήνει κατάλοιπα και μετά και κατάλοιπα ψυχολογικά. […]
Σε μία τέτοια στιγμή, που περιμένεις και ως ασθενής και ως συμπολίτης, μία εντελώς διαφορετική συμπεριφορά από ανθρώπους που γνωρίζεις, που μαζί τους έδωσες αγώνα, σου δημιουργούν τέτοια συναισθήματα.
Στον Ευαγγελισμό ένιωσα ότι όντως οι γιατροί έδιναν έναν αγώνα απέναντι στην ασθένεια. Ήταν από πάνω μας. Οι νοσηλευτές ήταν κοντά μας συνεχόμενα. Μία αντιμετώπιση διαφορετική και με πολλή ψυχολογική υποστήριξη.
Θα πω μόνο τούτο για το Γ.Ν. Σύρου. Δεν ανέφερα το νοσοκομείο, για το οποίο έχω κάνει πάρα πολλά, μαζί με τους γιατρούς, μαζί με το προσωπικό, μαζί με τους συμπολίτες μου, διότι διάγνωση ασθενούς από το τζάμι, δεν γίνεται. Και θα σταματήσω εκεί. Δε θέλω να πω κάτι άλλο».
Είστε ένας άνθρωπος, ο οποίος συμμετέχετε, πέραν από τον κομματικό σας ρόλο, και στα πολιτικά δρώμενα του τόπου, συμπεριλαμβανομένων και όσων αφορούν στην αυτοδιοίκηση, όπως αυτή εκφράζεται στο νησί μας. Ζούμε μία νέα κατάσταση στα δημοτικά πράγματα, μετά τις εκλογές του 2019. Η περίοδος χάριτος για τη νέα δημοτική αρχή πέρασε, πορεύεται ήδη προς το τέλος του πρώτου μισού της θητείας της. Πώς σχολιάζετε εσείς αυτό το διάστημα την πορεία, τη λειτουργικότητα, τη δράση και τη δυναμική της δημοτικής αρχής;
Χ.Κ.: «Κάθε τι νέο φέρνει ελπίδα. Η περίοδος χάριτος όντως τελειώνει κάποια στιγμή. Παρ’ όλο που είχαμε την πανδημία και αντιμετωπίστηκαν προβλήματα, με την έννοια ότι “φρενάρουν” μέχρι ενός σημείου την αναπτυξιακή πορεία των φορέων, όχι μόνο στο νησί μας, αλλά και σε όλη τη χώρα, πρέπει νομίζω να σημειώσουμε, ότι μέσα σε αυτή την πανδημία υπάρχουν και ευκαιρίες.
Ήδη δίνονται πάρα πολλά χρήματα, μέσα από προγράμματα των Υπουργείων, από τα οποία μπορεί να επωφεληθεί η τοπική αυτοδιοίκηση. Αυτό θα πρέπει κάποια στιγμή και ο δικός μας Δήμος να το δει και να υπάρξει μία κινητικότητα. Είναι αλήθεια, ότι βλέποντας το Δήμο Σύρου – Ερμούπολης, δεν θα έλεγε κανείς ότι είναι ευχαριστημένος. Ας πούμε ότι και η πανδημία πήγε “πίσω” την πορεία του Δήμου, των προγραμμάτων, ή του προγράμματος που είχε αρχικά στο μυαλό του ο Δήμαρχος και η Δημοτική αρχή να πράξει. Ωστόσο πρέπει κάποια στιγμή να βρουν τα “πατήματά” τους και γρήγορα μάλιστα. Ο χρόνος χάνεται, θα χαθούν και οι χρηματοδοτήσεις, αλλά και η πορεία του νησιού.
Βλέποντας άλλους Δήμους – και δίπλα μας – να αναπτύσσονται καθημερινά και να προσφέρουν κάτι καινούριο στους πολίτες των νησιών, θα πρέπει και ο δικός μας Δήμος, όπως και κάθε φορέας, να προχωρήσει κάπως. Δεν μπορεί αυτό το νησί να είναι πάντα στάσιμο.
Το νησί είναι σχεδόν “παρθένο” από δράσεις ανάπτυξης για τον πολιτισμό, τον τουρισμό, την ανάδειξή του. Είναι πράγματα που όλοι οι Δήμαρχοι έχουν στο πρόγραμμά τους, αλλά δεν γίνονται. Τα λόγια πρέπει να σταματήσουν να μένουν λόγια. Δεν μπορεί η Σύρος να λέει ότι είναι η πρωτεύουσα, ότι είναι πολιτιστικό κέντρο, είναι, είναι, είναι… και δίπλα να γίνονται τόσα έργα, βλέπε Μύκονος, Νάξος, Πάρος. Δείτε τι έχουν τα νησιά αυτά και τι έχουμε εμείς. Δεν αναφέρομαι μόνο στον τουρισμό. Ο τουρισμός δεν είναι αυτοσκοπός. Η Σύρος έχει τη δυνατότητα να κάνει πάρα πολλά πράγματα. Έχει και προβλήματα τα οποία περνούν χρόνια και δε λύνονται. Έχει όμως και δεκάδες συγκριτικά πλεονεκτήματα. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε ουραγός άλλων νησιών. Όχι, πρέπει η Σύρος να είναι πρωτοπόρος».
Στο πλαίσιο αυτού που είπατε, ότι δεν πρέπει η Σύρος να είναι χαμένη, να σημειώσουμε ότι η Σύρος επί της ουσίας έχει χάσει πολλά πράγματα. Τυπικά μόνο φαίνεται να είναι η έδρα της Περιφέρειας. Οι περισσότερες Διευθύνσεις της ΠΝΑΙ έχουν φύγει από τη Σύρο και έχει μείνει ένα κέντρο χωρίς αντικείμενο, αφού το κέντρο αποφάσεων έχει μεταφερθεί αλλού. Για όλο αυτό δεν έγινε τίποτε, δεν υπήρξε μία έντονη διεκδίκηση των κεκτημένων του νησιού. Πώς το σχολιάζετε εσείς αυτό;
Χ.Κ.: «Καλή ερώτηση αυτή και θα μπορούσαμε να την κάνουμε προς τους Συριανούς. Ήθελαν τις υπηρεσίες; Εξυπηρετούσαν οι υπηρεσίες όντας εδώ; Εμείς όταν χάσουμε κάτι, τότε ψάχνουμε γιατί χάθηκε. Όσο είναι εδώ το κατηγορούμε. Υπάρχουν φορείς, οι οποίοι γι’ αυτό έχουν εκλεγεί, ώστε να δώσουν έναν αγώνα και να βελτιώσουν την πορεία του νησιού, των νησιών, και να βελτιώσουν και την ποιότητα διαβίωσης των κατοίκων τους. Αν αυτό δεν γίνεται, κάποια στιγμή πρέπει και οι πολίτες να σκεφτούν ποιους εκλέγουν, γιατί τους εκλέγουν και αν αυτό που πίστευαν γι’ αυτούς όντως ισχύει.
[…] Πρέπει να αναλογιστούμε επιτέλους κάθε φορά ποιους επιλέγουμε να μας διοικήσουν. Εμείς τους επιλέγουμε. Πρέπει κάποια στιγμή και ο πολίτης να ξεπεράσει το προσωπικό συμφέρον, την προσωπική φιλία ενδεχομένως, και να επιλέγει τον ικανό. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να τηρηθεί όχι μόνο στα τοπικά, αλλά και γενικότερα».
Αυτό σε κάθε επίπεδο άσκησης διοίκησης;
Χ.Κ.: «Εννοείται».
Έχετε και μία άλλη ιδιότητα, τελευταία, αυτή του προέδρου του Α.Ο. Φοίνικα ΟΝΕΧ. Αναλάβατε την ομάδα, η οποία φέτος καταγράφει μία εκπληκτική πορεία, σε μία περίοδο που συνέπεσε με την αλλαγή του καθεστώτος της ομάδας, αναφορικά με την εμπλοκή της ΟΝΕΧ, που φαίνεται ότι “αγόρασε” την ομάδα, ταυτίζοντας το όνομά της με τον Φοίνικα. Πολλοί θεώρησαν την κίνηση αυτή ως μία προσπάθεια καλής έξωθεν μαρτυρίας για την πλευρά της εταιρείας και μία “εκπώληση” από την πλευρά της ομάδας.
Χ.Κ.: «Να καταστήσουμε αρχικά κάτι σαφές. Αν δεν υπήρχε η ΟΝΕΧ, φέτος δεν θα υπήρχε ομάδα. Εγώ κλήθηκα να αναλάβω το καλοκαίρι. Είχε αποφασίσει ήδη η προηγούμενη διοίκηση, ότι η ομάδα φέτος δεν κατεβαίνει, διότι δεν μπορούσε να κατέβει, λόγω οικονομικών. Επομένως, έπρεπε να βρεθεί μία λύση. Εκεί, έρχεται στο πλάνο η ΟΝΕΧ, η οποία ήρθε να στηρίξει – και να κατηγορηθεί γι’ αυτό – μία ομάδα η οποία δε θα έπαιρνε μέρος στο πρωτάθλημα, μία ομάδα που οι συμπολίτες μας στήριζαν επί σειρά ετών, αφιερώνοντας χρήμα, χρόνο, ενέργεια. Όλα αυτά θα πήγαιναν χαμένα και ό,τι άλλο είχε χτιστεί από αυτή την ομάδα.
[…] Τώρα καταλαβαίνω ουσιαστικά τι σημαίνει Φοίνικας Σύρου. Πάμε να παίξουμε σε μία άλλη πόλη και ακούγεται “Α, η ομάδα από τη Σύρο”. Ακούγεται το νησί μέσα από την ομάδα και ο Φοίνικας είναι και πρεσβευτής του.
Η ΟΝΕΧ δεν αγόρασε κανέναν Φοίνικα. Οι κ.κ. Ξενοκώστας και Σαββίδης, τουλάχιστον όπως τους ζω εγώ αυτό το διάστημα, φαίνεται να υπεραγαπούν την ομάδα. Δεν είναι απλά χρηματοδότες της ομάδας, αλλά και κομμάτι της. Η ομάδα δεν πωλήθηκε. Η εταιρεία είναι ο κεντρικός χρηματοδότης της ομάδας, μαζί με μία ασφαλιστική εταιρεία και άλλους χορηγούς, μεταξύ των οποίων και αρκετοί επιχειρηματίες του νησιού.
Η ομάδα ανήκε, ανήκει και θα ανήκει στη Σύρο».
Περνώντας τέλος, στο ζήτημα της εκπαίδευσης, ένας κλάδος στον οποίο εργάζεστε ενώ κατέχετε και τη θέση του Δ/ντή Α’βάθμιας Εκπαίδευσης Κυκλάδων. Πολλές είναι οι ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί για την αντιμετώπιση της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες από την κυβέρνηση. Πολλές αντιδράσεις έχουν ένα λογικό έρεισμα, εσείς ωστόσο πώς κρίνετε τη στάση της σε αυτό τον τομέα;
Χ.Κ.: «Δεδομένης όλης μου της διαδρομής και των θέσεών μου μέσα στον τομέα της εκπαίδευσης, θα πω ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες, παρά την πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση, το Υπουργείο Παιδείας μέσα σε ενάμιση χρόνο έκανε τόσα πολλά, που δεν αναδεικνύονται.
Πάντα, αυτό που γίνεται είναι κάποιοι να βγάζουν προς τα έξω το αρνητικό. Διότι το αρνητικό πουλάει περισσότερο. Αυτό είναι και το λάθος του πολίτη, ότι η τροφή το είναι το αρνητικό, ενώ έχουν γίνει πάρα πολλά βήματα. Αν πριν από δύο χρόνια μας έλεγε κανείς ότι θα υπήρχε τηλε-εκπαίδευση, θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι. Μέσα σε ενάμιση χρόνο όμως, φτάσαμε σε ένα σημείο που κάναμε μάθημα με τηλε-εκπαίδευση.
Φυσικά κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η διά ζώσης διδασκαλία αντικαθίσταται. Σε καμία περίπτωση και θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Όμως, υπό αυτές τις συνθήκες, θα έπρεπε ή να σταματήσει το σχολείο τελείως, ή τα παιδιά να έχουν μία κάποια επαφή με το σχολείο. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα “στήθηκε” το σύστημα τηλε-εκπαίδευσης. Με προβλήματα αν θέλετε, με λάθη, όμως στήθηκε και σήμερα εξυπηρετεί το 80%-85% των μαθητών.
Έχουν γίνει κι άλλα βήματα. Έχει γίνει και απελευθέρωση προς τα Πανεπιστήμια, έχουν γίνει πάρα πολλά, τα οποία δεν παίρνουν αυτή τη μορφή δημοσιότητας που πρέπει. Φέτος για πρώτη φορά μπήκαν οι αναπληρωτές 30 Αυγούστου και με την έναρξη της χρονιάς ήταν όλοι στις θέσεις τους. Με ηλεκτρονικό διορισμό, ηλεκτρονική κατάθεση δικαιολογητικών, χωρίς να έρθουν στη Σύρο, όπως είθισται, που βρίσκεται η Διεύθυνση. Πήγαν κατευθείαν στα σχολεία, χωρίς να ταλαιπωρηθούν, χωρίς να ξοδέψουν χρήματα. Για αυτό δεν ειπώθηκε τίποτα».
Η πανδημία έπληξε ολόκληρο τον πλανήτη, αλλά η τηλε-εκπαίδευση δεν ήταν επιλογή σε πολλές χώρες. Ήμαστε από τις λίγες χώρες που το επιλέξαμε ως τρόπο εκπαίδευσης, καθώς οι περισσότερες χώρες επέλεξαν τα σχολεία να παραμείνουν ανοιχτά.
Χ.Κ.: «Από τη στιγμή όμως που επιλέχθηκε να κλείσουν τα σχολεία, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος ο μαθητής να μη χάσει την επαφή με το σχολείο. Και ο μόνος τρόπος ήταν αυτός. Τα σχολεία έχουν παραμείνει κλειστά εδώ και αρκετό καιρό. Φανταστείτε όλο αυτό το διάστημα ο μαθητής να μην είχε καμία επαφή με το σχολείο».