Εκτός από την οικογένειά του, την σύζυγό του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, ήταν τόσοι άνθρωποι που θέλησαν να τιμήσουν με ευλάβεια μέσα στον Ναό, τον Γιώργο Μακριδάκη, τον άνθρωπο που συμπαθούσαν και εκτιμούσαν. Ο κάθε επισκέπτης πρόσφερε με εκτίμηση, ένα λουλούδι στη μνήμη του. Οι φίλοι προσέφεραν πολλά. Με ιδιαίτερη εντύπωση ακούστηκαν τα λόγια του Ιερέα του Ναού της Ποσειδωνίας Π. Χριστοφόρου, που υποδεχόταν κάθε Κυριακή στον Ναό τον αείμνηστο Γιώργο με την σύζυγό του: “Λυπάμαι πολύ γιατί έχασαν έναν άνθρωπο, που ήταν ένας καλός και ήρεμος φίλος, αλλά και ένας σπουδαίος χριστιανός! Ο ναός θρηνεί την ύπαρξή του! Προσωπικά θα τον μνημονεύω πάντα!” Ήταν πολλοί οι άνθρωποι που μιλούσαν μεταξύ τους έξω από το ναό που γινόταν η λειτουργία του θανάτου. Όλοι μετέφεραν, ο ένας στον άλλον, θετικά και άριστα σχόλια για τον Γιώργο που γνώριζαν τόσα χρόνια.
Λίγα λόγια του Γιώργου Μακριδάκη όταν ήταν στη ζωή και είχε αναφέρει:
“Γεννήθηκα στη Σύρο, στο εξοχικό μας στους Φουρλάκους το 1938. Γονείς μου ήταν ο Αγησίλαος Μακριδάκης και η Σοφία Ντελοπούλου. Ο παππούς μου, ο Δημήτριος Ντελόπουλος, ήταν Φαρμακέμπορας. Είχε ανοίξει φαρμακείο το 1898, εκεί που το έχουν και σήμερα τα παιδιά. ( Ο Θέμης είναι φαρμακοποιός, και ο Άγης είχε σπουδάσει τη σχολή Εμποροπλοιάρχων). Υπήρχε τότε η δυνατότητα οι φαρμακέμποροι να εκτελούν συνταγές. Μετά όμως ο νόμος όρισε ότι το φαρμακείο πρέπει να διευθύνεται από επιστήμονα φαρμακοποιό. Ο παππούς μου ήταν ευχαριστημένος από τον πρώτο του γαμπρό, τον Λεμονάκη, που είχε παντρευτεί την αδελφή της μητέρας μου, την Αικατερίνη. Υπηρετούσε διοικητής χωροφυλακής, εδώ στη Σύρο ήταν Κρητικός. Του είπε ο παππούς μου, έχω ένα όνειρο, να βρω ένα γαμπρό για τη δεύτερη κόρη μου, αλλά να είναι φαρμακοποιός. Να είναι και Κρητικός για να ταιριάζει με τον άλλο γαμπρό. Του είπε ο διοικητής, τον έχω αυτόν που λες! Ο πατέρας μου τότε ήταν φαρμακοποιός στο νοσοκομείο της Ρεθύμνης. Πήγε λοιπόν ο διοικητής στην Κρήτη, βρήκε τον... πατέρα μου και του έκανε την πρόταση. Εκείνος σκέφτηκε πως να φύγει από την Κρήτη που είχε τόσα αγαθά... Όμως έφθασε στη Σύρο, γνώρισε την οικογένεια Ντελοπούλου, που ήταν από τις αρχοντικές οικογένειες της Ερμούπολης, είδε τους χώρους του νησιού, του άρεσε... Ε... Ασφαλώς θα του άρεσε και η νύφη! Παντρεύτηκε τη μητέρα μου το 1933 και παρέλαβε τη διεύθυνση του φαρμακείου. Το μετέτρεψε τότε σε “Φαρμακείο Αγησιλάου Μακριδάκη – Φαρμακεμπορείο Δημητρίου Ντελόπουλου”. Μεγάλωσαν τρία παιδιά με τη μητέρα μου. Η Αφροδίτη ήρθε πρώτα, μετά εγώ (ο Γιώργος), και τέλος ο Δημήτριος που είχαμε την ατυχία να τον χάσουμε πολύ νέο, 45 χρόνων.
Κατοχή και στη Σύρο
Ανέφερε κάποτε ο Γιώργος. “Από την κατοχή λίγα θυμάμαι. Το φαρμακείο παρέμεινε ανοιχτό. Επειδή όμως βομβαρδιζόταν το λιμάνι, μάζεψε ο πατέρας μου τα σύνεργά του, τα στοιχειώδη και άνοιξε προσωρινά άλλο δίπλα στο σημερινό Εργατικό Κέντρο. Λίγο πριν την απελευθέρωση, ο πατέρας μου πήρε την πληροφορία ότι ίσως τ’ ανατινάξουν. Οι συναλλαγές των φαρμάκων γίνονταν πολλές φορές σε είδος. Του πήγαιναν μια συνταγή, και αντί να πει κοστίζει 100 δραχμές έλεγε... κοστίζει πέντε κιλά πατάτες, δύο μαρούλια”, ανάλογα. Δημοτικό σχολείο πήγα στο Ρολόι, μετά στο Αρρένων, πέρασα Φαρμακευτική στη Θεσσαλονίκη, κατόπιν πήγα φαντάρος και γύρω στο 1963 γύρισα στη Σύρο και στο φαρμακείο. Το 1974 με την εισβολή στην Κύπρο και την επιστράτευση με καλέσανε να παρουσιαστώ. (αναφέρει τότε ο αείμνηστος Γιώργος) Επειδή είχα ένα πρόβλημα υγείας, ζήτησα απαλλαγή. Στο μεταξύ πέφτει η Χούντα και μαθαίνω ότι αναχωρεί το απόγευμα ένα βαποράκι, το Σκίρων, που μεταφέρει τους εξόριστους από τα Γιούρα, ελεύθερους πια. Ανάμεσά τους ήταν πολλοί άνθρωποι και ο Νίκος Ψαρουδάκης. Ο πατέρας μου γνώριζε τον Ψαρουδάκη επειδή τα χωριά τους στο Ρέθυμνο ήταν κοντά. Είχε μάθει από τον γιατρό ότι έπρεπε να τρώει φρούτα πολλά γιατί είχε ένα είδος ασθένειας που τα φρούτα θα βοηθούσαν να πάνε όλα καλά. Που να βρει όμως φρούτα στα Γιούρα... Ένας αρχιφύλακας τότε που έκανε τα ταξίδια Σύρου – Γυάρου, ήταν ο Αντώνιος Ρούσσος, πατέρας της Λουκρητίας Δούναβη. Έπαιρνε, επίσης, και προμήθειες από το φαρμακείο για τους εξόριστους. Είχε λοιπόν το θάρρος ο πατέρας του Γιώργου να μεταφέρει κάθε φορά ένα καλάθι φρούτα για τον Ψαρουδάκη, χωρίς εκείνος να ξέρει ποιος του τα έστελνε. Χωρίς να ξέρω τίποτα εγώ, όταν μπήκα στο καράβι το Σκίρων, φρόντισα να του μιλήσω και του συστήθηκα. Είσαι γιος του Αγησίλαου; με ρώτησε. Να πεις στον πατέρα σου ότι θα επιστρέψω Σύρο μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσω. Όπως κι έκανε. Όταν φτάσαμε Πόρτο Ράφτη, μας περίμεναν πλοιάρια με πυρσούς. Κι όταν βγαίναμε έξω, κόσμος φώναζε... “Ήρθανε οι ήρωες”! Μέσα στους ήρωες, ήμουν κι εγώ. Αλλά τους έλεγα, εγώ δεν είμαι ήρωας, είμαι απλός ταξιδιώτης... Τον πατέρα σου τον γνώριζα από παλιά, αναφέρει στον Γ. Μακριδάκη ο Νίκος Αλμπανόπουλος, που έγραψε τόσα πολλά θετικά σχόλια για δεκαπέντε ανθρώπους που έζησαν και ζουν στη Σύρο. Εύχομαι από καρδιάς στη σύζυγο του Γιώργου Μακριδάκη, την άριστη, σπουδαία και καλή Μαρουσώ, στον γιό του Φαρμακοποιό Θέμη και στον γιό του Άγη που είχε σπουδάσει Εμποροπλοίαρχος, αλλά εργάζεται στο φαρμακείο, αλλά και στη σύζυγο φαρμακοποιό του Θέμη και στα παιδιά τους, καλή Υγεία! Και να θυμούνται με εκτίμηση και αγάπη τον Γιώργο που έφυγε από τη ζωή!
- Το βιβλίο έχει τίτλο: “Και θα συναντηθούμε στον παράδεισο”.