Η δημιουργία της Ερμούπολης άλλαξε για πάντα τη φυσιογνωμία και τη σημασία της Σύρου. Πριν από την ίδρυση της, το νησί δεν αποτέλεσε ποτέ, στη μακρόχρονη ιστορία του, σημαντικό κέντρο του Αιγαίου. Αυτό υπήρξε μονάχα κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού ( 3.000 – 2.000 π.Χ. ), όταν άνθησε ο κυκλαδικός πολιτισμός. “Το 1898 ο μεγάλος αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, φέρνει στο φως δύο από τους σημαντικότερους προϊστορικούς οικισμούς των Κυκλάδων: τη Χαλανδριανή και το Καστρί. “έτσι είναι στην Απάνω Μεριά, το βόρειο κομμάτι του νησιού που είναι γεμάτο βραχώδεις και δύσβατους λόφους”. Τα χαρακτηριστικότερα κτερίσματα που βρέθηκαν στη νεκρόπολη της Χαλανδριανής είναι τα τηγανόσχημα, αντικείμενα από σκούρο πηλό, με χαρακτό διάκοσμο, που εικάζεται ότι χρησίμευαν ως κάτοπτρα. Έτσι πίστευα, φυσικά εξηγούσα ότι, “οι Κυκλάδες τα γέμιζαν νερό στη λεία κοίλη τους και καθρεφτίζονταν”. Χάρη στους οικισμούς και στα ευρήματα της Απάνω Μεριάς, ο πρώιμος κυκλαδικός πολιτισμός θα γίνει γνωστός ως “πολιτισμός Σύρου – Κέρου”. Έτσι είχανε αποφασίσει τότε οι δύο αρχαιολόγοι. Ο Όμηρος αναφέρει τη Σύρο στην Οδύσσεια ως “Συρίη”. Τον 9ο αιώνα π.Χ. και αναφέρει: “Από τους Ίωνες και μετά τους Περσικούς πολέμους προσχωρεί στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία, που έχει ως κέντρο τη γειτονική Δήλο. Την κλασική εποχή αναπτύσσονται δύο κύριοι οικισμοί, η Γαλησσός (στη θέση του σημερινού Γαλησσά) και η Σύρος, στη θέση της σημερινής Ερμούπολης. Η Σύρος θα αποτελέσει το κέντρο του νησιού εκείνη την εποχή (324 – 184 π. Χ.) που την θεωρούσαν και την ονόμαζαν Ρωμαϊκή – Ίχνη του τείχους της σώζονται στη θέση Πευκάκια της Ερμούπολης. Στους βυζαντινούς χρόνους, οι συνεχείς πειραματικές επιδρομές αναγκάζουν τους περισσότερους κατοίκους να εγκαταλείψουν το νησί, που δεν έχει βυζαντινά μνημεία και σπανίως αναφέρεται στις πηγές της εποχής.
Οι Ενετοί και η Καστροπολιτεία
Μετά την Δ΄ Σταυροφορία και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204), οι Κυκλάδες περνούν στους Ενετούς. Το 1207 ο Μάρκος Σανούδος, ανιψιός του δόγη Ερρίκου Δάνδολου, καταλαμβάνει τα περισσότερα Κυκλαδονήσια, ανάμεσά τους και τη Σύρο, και ιδρύει το Δουκάτο της Νάξου(ή “του Αρχιπελάγους”). Οι Ενετοί κτίζουν κάστρο στην κορυφή του κωνικού λόφου, που δεσπόζει πίσω από το λιμάνι. Στις απόκρημνες πλαγιές του θα απλωθεί σιγά, σιγά η καστροπολιτεία της Σύρας. Ο φόβος των πειρατών στριμώχνει τους Συριανούς στον δύσβατο λόφο της Χώρας (γνωστή σήμερα ως Άνω Σύρος”), που θα παραμείνει, για πέντε και πλέον αιώνες, μοναδικός οικισμός του νησιού. Η ύπαιθρος αφήνεται ακατοίκητη. Την ημέρα οι Συριανοί πηγαίνουν στα χωράφια και τα βοσκοτόπια τους, αλλά τρέχουν πρι από το σούρουπο στην ασφάλεια της Χώρας και ασφαλίζουν τις πύλες έως το ξημέρωμα. Φιλοξενούνται στην Άνω Χώρα, σε σπίτια, εκκλησίες και στη μονή των Καπουτσίνων. Ακολουθούν το 1822 άνθρωποι που επέζησαν από την καταστροφή της Χίου και το 1824 των Ψαρών και της Κάσου. Οι πρόσφυγες είναι πλέον χιλιάδες και η παράλια ζώνη και ο λόφος της Αναστάσεως γεμίζουν πολλά και διάφορα πράγματα που έχουν καταφέρει να τα έχουν κοντά τους. Με το λόφο της Αναστάσεως φροντίζουν να δημιουργήσουν κάποιες μικρές οικίες, όπου πίστευαν ότι θα ζούσαν για λίγο διάστημα... αφού πίστευαν ότι θα επέστρεφαν πίσω στις δικές τους οικίες.
Η Ακμή και η “Πόλη των Ψευδαισθήσεων”
Η Ερμούπολη γεννιέται σχεδόν ταυτόχρονα με το ελληνικό κράτος, του οποίου γίνεται το σπουδαιότερο λιμάνι και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη. Αναπτύσσεται με σπουδαίους ρυθμούς και γίνεται φυτώριο του εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, με αμέτρητες “πρωτιές” στις υποδομές, στους θεσμούς, στον πολιτισμό. Το 1825 λειτουργεί εδώ το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, το 1826 το πρώτο εμποροδικείο, το 1833 το πρώτο δημόσιο Γυμνάσιο! Το 1844 ο Χρήστος Ευαγγελίδης, πρώτος Έλληνας απόφοιτος του Κολούμπια, ιδρύει ιδιωτικό λύκειο. Οι μαθητές ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις και... γεγονός που προκαλεί αίσθηση. Μεταξύ των αποφοίτων του συγκαταλέγονται οι Δημήτριος Βικέλας και Εμμανουήλ Ροΐδης. Οι Ερμουπολίτες επιθυμούν η πόλη τους να αντικατοπτρίζει την πρόοδο της νέας Ελλάδας. Την οικοδομούν σε έναν κλασικό και εθνικό ρυθμό του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, επενδύοντας με μάρμαρο και προσόψεις δημόσιων και αρχοντικών κτιρίων. Η Ερμούπολη ήταν πάντοτε (και είναι) ο καλαίσθητος εντυπωσιασμός.
Ο Άγιος Νικόλαος (1848 – 1870)
Στα Βαπόρια “ντύνει” την ορθοδοξία με ιωνικούς κίονες, αετώματα και ανθέμια. Ο ναός και το αρχαιοπρεπές μαρμάρινο τέμπλο του, περατώνεται χάρη στις γενναίες δωρεές εφοπλιστών και μεγαλεμπόρων, τα αρχοντικά των οποίων γεμίζουν την συνοικία. Για να οικοδομηθούν το θέατρο Απόλλων (1864) και η Λέσχη Ελλάς (1863), έργα του Ιταλού Πιέτρο Σαμπό, εφαρμόζεται συμμετοχικό σύστημα με τους Ερμουπολίτες. Ο Ανδρέας Συγγρός αναφέρει πως περί το 1850 λειτουργούν στην Ερμούπολη δύο λέσχες “των Χίων” και “ των μη Χίων”.
(Συνεχίζεται)