Αγαπητός... με το αζημίωτο

Κανείς δεν θέλει να γίνεται αντιπαθητικός. Ή, για να το θέσουμε καλύτερα, κανείς δεν θέλει οι άλλοι να τον αντιλαμβάνονται ως αντιπαθητικό, ακόμη κι όταν ο ίδιος παρασύρεται από τις παρορμήσεις του σε πράξεις ή λόγια, που γνωρίζει πολύ καλά, ότι θα τον κάνουν αντιπαθητικό.
Ιδιαίτερα, τώρα, ένας άνθρωπος που, επί σειρά ετών, βρίσκεται στην τοπική πολιτική σκηνή, και μάλιστα κατέχοντας έναν από τους κεντρικούς ρόλους, δεν χαίρεται ιδιαίτερα, όταν μία μεγάλη μερίδα των πολιτών, που σε λίγο καιρό θα ζητήσει να τον στηρίξουν, ώστε να παραμείνει πάνω σε αυτή τη σκηνή και κάτω από τα κολακευτικά της φώτα, τον θεωρούν αντιπαθή.
Η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τον ίδιο, καθώς, παρά τη δημόσια θέση του, παρά τις όποιες παρεμβάσεις των ατόμων του κύκλου του, παρά τις ελπίδες του κόσμου, που κρεμάστηκαν στους ώμους του, η αδυναμία του να κοντρολάρει την υπεροψία και την αδιαλλαξία του, που τον οδηγεί να κλείνει τα αυτιά του στην οποιασδήποτε μορφής κριτική και να φωνάζει “ΛΑΛΑΛΑΛΑΛΑ”, για να μην την ακούσει, τον χαμήλωσαν αρκετά στα μάτια του πλήθους, που διατείνεται ότι υπηρετεί.
Προκειμένου να διατηρήσει το Εγώ του αλώβητο, αρκετές φορές έβαλε απέναντί του την κοινωνία, που τον έκρινε – ως όφειλε – με αποτέλεσμα, η συμπάθειά της προς το πρόσωπό του, σταδιακά να στερεύει.
Όταν δε, εκείνος άρχισε να αντιλαμβάνεται, ότι τα περιθώρια στενεύουν ασφυκτικά και πως σύντομα, θα χρειαστεί να ξαναζητήσει τη στήριξη των ίδιων ανθρώπων, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έβαλε απέναντί του και γνωρίζοντας, πως θα είναι δύσκολο να τους πείσει με Μαυρογυαλούρικες υποσχέσεις, τυμπανοκρουσίες και φανφάρες (όχι πως δεν προσπάθησε κι έτσι), τότε κατέφυγε σε λύσεις έκτακτης ανάγκης.
Αντί για άνθρωπο εμπιστοσύνης, ικανό να διαχειριστεί τα θέματα του τόπου του, αποφάσισε να “πλασάρει” το πρόσωπό του, να το διαφημίσει, να το “πουλήσει”, όπως ένα προϊόν. Ο τρόπος μάλιστα, όπως ακριβώς των μεγάλων αλυσίδων εστιατορίων ταχείας εστίασης (fast food). Στη διαφήμιση, αυτό που βλέπεις είναι, για παράδειγμα, ένα τεράστιο ζουμερό, αφράτο, καλοψημένο, ροδοψημένο μπέργκερ, ωστόσο αυτό που παίρνεις στο κουτί, είναι ένα μικρό, πατημένο, στραβοχυμένο χαμπουργκεράκι με άψητα ψωμάκια, που για να χορτάσει κανείς χρειάζεται τουλάχιστον τέσσερα.
Έτσι, λοιπόν, το μόνο που κατάφερε, επιστρατεύοντας ξένες “δυνάμεις”, προκειμένου να παρουσιάσει τα φύκια ως μεταξωτές κορδέλες, ήταν να φέρει θυμηδία σε όσους είχαν εμπειρία με το προϊόν και γνώριζαν πολύ καλά περί τίνος πρόκειται.
Και όλα αυτά δεν θα είχαν καμία σημασία, πέραν από ένα ενδιαφέρον, ως προς το κοινωνικό σχόλιο, αν αυτό δεν επηρέαζε τους πολίτες ευθέως. Θα γελούσαν αγνά, με την καρδιά τους όλοι μαζί, με τον πανικό του κάθε ανασφαλούς αυτοδιοικητικού, αν το “φάρμακο” για τη θεραπεία του πληγωμένου του εγωισμού, δεν πληρωνόταν... από την τσέπη τους. Διότι οι ξένες “δυνάμεις”, δεν είναι μανίκι της γούνας κανενός και άρα δεν κάνουν χάρες, αλλά συμφωνίες, που προϋποθέτουν ανταλλάγματα. Ανταλλάγματα, που ο αιτών της βοήθειας των ξένων “δυνάμεων” δεν φαίνεται διατεθειμένος να ικανοποιήσει βάζοντας το χέρι στο δικό του ντορβά.
Θα δείξει, λοιπόν, αν η κοινωνία, που τόσο θέλουν μερικοί να εντυπωσιάσουν και να “γοητεύσουν”, κάνοντάς τη να ξεχάσει την αντιπάθειά της προς το πρόσωπό τους, θα συνεχίσει να τους ανέχεται, παρά τις εξόφθαλμες μπαγαποντιές τους.
Ο άνθρωπος, φίλε αυτοδιοικητικέ, γίνεται αγαπητός και αρεστός, με τις πράξεις του, τη συμπεριφορά του και την αντιμετώπισή του, απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Όταν με τις πράξεις, τη συμπεριφορά και την αντιμετώπισή του προκαλεί συναισθήματα θυμού, απαξίωσης, απογοήτευσης, αντιπάθειας, τότε αγαπητός δεν πρόκειται να γίνει, ούτε και με το... αζημίωτο.