Το υψηλό ενεργειακό κόστος συνεχίζει να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους «πονοκεφάλους» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και απειλώντας άμεσα τη βιωσιμότητά τους. Επαγγελματίες περιγράφουν έναν φαύλο κύκλο: οι λογαριασμοί ρεύματος, φυσικού αερίου και καυσίμων ανεβαίνουν μήνα με τον μήνα, ενώ η ασθενική αγοραστική δύναμη των καταναλωτών δεν επιτρέπει αυξήσεις τιμών ικανές να καλύψουν τις επιβαρύνσεις.
Ασταμάτητο ράλι και αδυναμία μετακύλισης του κόστους
Εκπρόσωποι του επιχειρείν κάνουν λόγο για ένα διαρκές ράλι ανόδου σε ρεύμα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο, με συνεχείς διακυμάνσεις ακόμη και από μήνα σε μήνα. «Πρώτα καίμε, μετά πληρώνουμε», είναι το μήνυμα που στέλνουν, τονίζοντας ότι οι μικρομεσαίοι κρατούν τις τιμές όσο μπορούν, για να μη χαθεί ο πελάτης, την ώρα που –όπως υποστηρίζουν– αυξήσεις τζίρου καταγράφουν κυρίως το κράτος μέσω φόρων και οι μεγάλοι όμιλοι ενέργειας.
«Καμπανάκι» από τους φούρνους: 10% λουκέτα
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στην αρτοποιία. Όπως μεταφέρθηκε από τον κλάδο, από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία έως σήμερα, έχει κλείσει περίπου το 10% των φούρνων πανελλαδικά, με την τάση να παραμένει ανοδική. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι ακόμη και σε γειτονιές μεγάλων πόλεων έχουν κατεβάσει ρολά διαδοχικά φούρνοι, ενώ σε πολλές επαρχιακές πόλεις, αν ένας φούρνος κλείσει, δύσκολα ξανανοίγει άλλος στη θέση του.
Παράλληλα, μικροί αρτοποιοί καταγγέλλουν συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, καθώς μεγάλες αλυσίδες και σούπερ μάρκετ επεκτείνονται δυναμικά στο ψωμί. Επισημαίνουν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και υποστηρικτικές δομές, την ώρα που –όπως λένε– έχουν επωμιστεί και το κόστος της ψηφιοποίησης για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Για υπόθεση μεγάλης αλυσίδας που βρίσκεται στη Δικαιοσύνη απέφυγαν να κάνουν σχόλιο.
Καφέ με τριπλάσιους λογαριασμούς: από 500-700€ στα 2.000€
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Διονύση Κατσαρέλη, ιδιοκτήτη καφέ στο Μαρούσι. Όπως ανέφερε, ο λογαριασμός ρεύματος που πριν από λίγα χρόνια κυμαινόταν στα 500-700€, σήμερα φτάνει περίπου τα 2.000€. Ο ίδιος εγκατέλειψε πριν από τέσσερις μήνες το «πράσινο» και μετακινήθηκε στο «μπλε» τιμολόγιο για σταθερότερη χρέωση, επισημαίνοντας ότι πέρα από την τιμή της κιλοβατώρας, ο τελικός λογαριασμός «φουσκώνει» από ρυθμιζόμενες χρεώσεις.
Την ίδια στιγμή, όπως λέει, η αύξηση τιμών δεν μπορεί να καλύψει ούτε τις ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες, ούτε το ενεργειακό και μισθολογικό κόστος. Πολλά καταστήματα κλείνουν ή αλλάζουν χέρια συχνά, ενώ για να είναι μια επιχείρηση κερδοφόρα «με όλους τους κανόνες», η τιμή του καφέ take away θα έπρεπε –κατά την εκτίμησή του– να κινείται γύρω στα 3,5-4€. Ο ίδιος σημειώνει ότι δραστηριοποιείται στο ίδιο σημείο εδώ και δέκα χρόνια, γνωρίζοντας καλά τις ιδιαιτερότητες της αγοράς.
«Στεγνή» χρηματοδότηση, ακριβά ενοίκια και επιβαρύνσεις
Κοινή παραδοχή των επαγγελματιών είναι η ελάχιστη έως ανύπαρκτη πρόσβαση σε τραπεζικά δάνεια και προγράμματα χρηματοδότησης, γεγονός που δυσκολεύει τις επενδύσεις και την κάλυψη τρεχουσών αναγκών. Επιπλέον, αναφέρονται αυξήσεις ενοικίων –ιδίως στο κέντρο– που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν σε αιτήματα για διπλασιασμό, ωθώντας επιχειρήσεις στο κλείσιμο ή στη μετακόμιση.
Στο βάρος προστίθενται και οι τοπικές επιβαρύνσεις. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, σε συγκεκριμένο δήμο οι δημοτικοί φόροι αυξήθηκαν κατά 80% την τελευταία διετία, με την εκτίμηση ότι αντίστοιχες αναπροσαρμογές παρατηρούνται ευρύτερα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον υψηλού κόστους, περιορισμένης ζήτησης και δυσχερούς χρηματοδότησης, οι μικρομεσαίοι αναζητούν καθημερινά διέξοδο, συγκρίνοντας τιμολόγια, «κυνηγώντας» τις χαμηλότερες χρεώσεις και προσπαθώντας να κρατήσουν τις τιμές σταθερές. Όμως, όπως προειδοποιούν, χωρίς ανάσες κόστους και ρευστότητας ο κίνδυνος περαιτέρω λουκέτων παραμένει ορατός.
ethnos.gr