Οι μεγάλες πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν τις τελευταίες ημέρες στην Αττική, τη Βοιωτία, την Εύβοια και σε άλλες περιοχές της χώρας, αλλά και η ενεργοποίηση του RedCode την Τετάρτη 5 Αυγούστου για την Αττική, την Εύβοια, τη Λέσβο και τη Χίο, έφεραν ξανά στο προσκήνιο τη σημασία της πρόληψης. Σε συνθήκες ακραίου κινδύνου, όπου οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες, οι ισχυροί άνεμοι και η χαμηλή υγρασία μπορούν να μετατρέψουν μια μικρή εστία σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά μέσα σε λίγα λεπτά, η ύπαρξη ακαθάριστων οικοπέδων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που δυσκολεύουν το έργο της κατάσβεσης και αυξάνουν τον κίνδυνο για κατοικίες και ανθρώπινες ζωές.
Για τον λόγο αυτό, μετά τη λήξη της προθεσμίας για τον καθαρισμό και την υποβολή των σχετικών δηλώσεων, το βάρος πέφτει πλέον στους ελέγχους. Δήμοι και Πυροσβεστική καλούνται να εντοπίσουν τα οικόπεδα που εξακολουθούν να είναι γεμάτα ξερά χόρτα, κλαδιά και άλλη εύφλεκτη βλάστηση και, όπου απαιτείται, να ενεργοποιήσουν τις διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι ο καθαρισμός θα γίνει τελικά με πρωτοβουλία του δήμου.
Πώς διαπιστώνεται ότι ένα οικόπεδο δεν έχει καθαριστεί
Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται με περισσότερους από έναν τρόπους. Οι δήμοι διενεργούν δειγματοληπτικές αλλά και στοχευμένες αυτοψίες, κυρίως σε περιοχές που γειτνιάζουν με δασικές εκτάσεις ή έχουν αυξημένη επικινδυνότητα, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι καταγγελίες των πολιτών μέσω της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Παράλληλα, η Πυροσβεστική, στο πλαίσιο των περιπολιών και των επιχειρησιακών ελέγχων της αντιπυρικής περιόδου, μπορεί να διαπιστώσει παραβάσεις και να ενημερώσει τις αρμόδιες δημοτικές υπηρεσίες, ώστε να κινηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Αφού πραγματοποιηθεί αυτοψία και επιβεβαιωθεί ότι το οικόπεδο δεν πληροί τις προδιαγραφές καθαρισμού, ο δήμος προχωρά στις επόμενες ενέργειες που προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο.
Εντατικοποιούνται οι έλεγχοι
Σε σχέση με την πρώτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου, ο μηχανισμός εμφανίζεται πιο οργανωμένος. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, περισσότεροι από 300 δήμοι έχουν πλέον συνδεθεί με την ψηφιακή πλατφόρμα διαχείρισης των δηλώσεων και των καταγγελιών, γεγονός που τους επιτρέπει να έχουν άμεση εικόνα των δηλώσεων καθαρισμού, να λαμβάνουν ηλεκτρονικά τις καταγγελίες και να προγραμματίζουν ταχύτερα τους επιτόπιους ελέγχους.
Παράλληλα, μέχρι τη λήξη της φετινής προθεσμίας είχαν υποβληθεί περισσότερες από 765.000 δηλώσεις καθαρισμού, δείγμα ότι το μέτρο έχει πλέον εδραιωθεί και συνοδεύεται από σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή των δήμων σε σχέση με την πρώτη χρονιά εφαρμογής του.
8.000 καταγγελίες για ακαθάριστα οικόπεδα
Την ίδια ώρα, το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται και στον αριθμό των καταγγελιών. Όπως ανέφερε πρόσφατα ο πρόεδρος της Ένωσης Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος, Κώστας Τσίγκας, από τις αρχές του έτους έχουν υποβληθεί περίπου 8.000 καταγγελίες για ακαθάριστα οικόπεδα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, περισσότερες από τις μισές καταγγελίες οδήγησαν σε αυτοψίες από στελέχη της Πυροσβεστικής, με τα ευρήματα να διαβιβάζονται στους αρμόδιους δήμους προκειμένου να κινηθούν οι διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία, είτε για την επιβολή των προβλεπόμενων μέτρων είτε, όπου απαιτείται, για τον αυτεπάγγελτο καθαρισμό των οικοπέδων.
Τι γίνεται όταν ο ιδιοκτήτης δεν καθαρίσει το οικόπεδο
Εάν από τον έλεγχο προκύψει ότι το οικόπεδο παραμένει ακαθάριστο και ο ιδιοκτήτης δεν προχωρήσει στις απαιτούμενες εργασίες, ο δήμος έχει τη δυνατότητα να αναλάβει ο ίδιος τον καθαρισμό.
Οι εργασίες πραγματοποιούνται είτε από δημοτικά συνεργεία είτε μέσω εργολάβων που έχουν αναλάβει σχετικές συμβάσεις και περιλαμβάνουν την απομάκρυνση ξερών χόρτων, αυτοφυούς βλάστησης, κλαδιών και κάθε άλλου εύφλεκτου υλικού που μπορεί να συμβάλει στην εξάπλωση μιας πυρκαγιάς.
Το κόστος του αυτεπάγγελτου καθαρισμού δεν επιβαρύνει τον δήμο, αλλά καταλογίζεται στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, ο οποίος καλείται να το εξοφλήσει, πέραν των διοικητικών κυρώσεων που μπορεί να προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Η υποχρέωση δεν σταματά με τη δήλωση
Οι αρμόδιες αρχές υπενθυμίζουν ότι ο καθαρισμός των οικοπέδων δεν αποτελεί εφάπαξ υποχρέωση. Τα ακίνητα πρέπει να διατηρούνται καθαρά σε όλη τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου, καθώς η βλάστηση μπορεί να αναπτυχθεί ξανά μέσα στο καλοκαίρι.
Με τις καιρικές συνθήκες να παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολες και την αντιπυρική περίοδο να βρίσκεται στην πιο κρίσιμη φάση της, η πρόληψη εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο μέσο περιορισμού του κινδύνου και ο καθαρισμός των οικοπέδων παραμένει μία από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις για να μειωθεί η πιθανότητα ταχείας εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς.
Πηγή: insider.gr
Ανεβαίνει ο πλούτος, πέφτει η αποταμίευση και “φουσκώνει” ο δανεισμός
Ελληνική Οικονομία: Πλουσιότερα στα “χαρτιά”, πιεσμένα στην πράξη τα νοικοκυριά
Η περιουσιακή εικόνα των ελληνικών νοικοκυριών βελτιώνεται και το διαθέσιμο εισόδημα ακολουθεί ανοδική πορεία, όμως η κατανάλωση εξακολουθεί να στηρίζεται σε αναλήψεις αποταμιεύσεων και σε νέο δανεισμό, δείχνοντας ότι η πίεση της ακρίβειας δεν έχει εκλείψει.
Η μελέτη «Εισόδημα και Πλούτος: Η Οικονομική Θέση των Ελληνικών Νοικοκυριών έναντι της Ευρωζώνης» η οποία περιλαμβάνεται στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων Αυγούστου της Alpha Bank αποκαλύπτει πως, εν μέσω διεθνούς κρίσης, ό,τι κερδίζουν «από τη μια τσέπη» τα ελληνικά νοικοκυριά, το χάνουν από την άλλη -ή και το αντίθετο όμως.
Σπίτια και μετοχές αυξάνονται, αλλά ο μισθός δε φτάνει
Η εξήγηση κρύβεται κυρίως στο ποιοι παράγοντες συνθέτουν το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα κάθε νοικοκυριού. Και το κρίσιμο στοιχείο φυσικά είναι ποιοι, εκτός από τρέχοντα εισοδήματα, κατέχουν και περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία ανεβαίνει.
Συγκεκριμένα, η έκθεση περιγράφει ότι:
- «το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία», ενώ η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 με αύξηση 3,2% σε ετήσια βάση. Όπως επισημαίνει, η αύξηση αυτή ήταν εντονότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου (3%) συμβάλλοντας στη «σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών» της διετίας 2022-2023.
- Η ανοδική πορεία του εισοδήματος, σύμφωνα με την έκθεση, στηρίχθηκε κυρίως στην εργασία και στην οικονομική δραστηριότητα. Η άνοδος των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας και του εισοδήματος των αυτοαπασχολούμενων αποτέλεσαν τους βασικούς μοχλούς ενίσχυσης των νοικοκυριών τη διετία 2024-2025, ενώ και στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι δύο αυτές κατηγορίες παρέμειναν σε άνοδο, κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα. Θετική, αν και μικρότερη, ήταν και η συμβολή του εισοδήματος περιουσίας.
- στο καθαρά περιουσιακό σκέλος, τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά: η Alpha Bank καταγράφει ότι «η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025», με σωρευτική αύξηση 19% ή 161 δισ. ευρώ τη διετία 2024-2025. Η ενίσχυση αυτή προήλθε τόσο από τα χρηματοοικονομικά στοιχεία όσο και από τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, με την άνοδο των ακινήτων να έχει καθοριστικό ρόλο.
Από κάπου, όμως, αρχίζει και η «δεύτερη ανάγνωση» των στοιχείων: η ίδια μελέτη ξεκαθαρίζει ότι «η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική», περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Η μελέτη της Alpha Bank το εξηγεί ως εξής: «η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών», γεγονός που δείχνει ότι «ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές».
Ποιες είναι αυτές; Η έκθεση απαντά ευθέως: «η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός».
«Συμπλήρωμα» ρευστότητας τα καταναλωτικά δάνεια
Από το στοιχείο αυτό προκύπτει πως η πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο στην αρνητική αποταμίευση, αλλά και στην άνοδο του δανεισμού. Η έκθεση σημειώνει ότι «ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα κινείται έντονα ανοδικά», με το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο, του Ιουνίου, να διαμορφώνεται σε 6,9%. Πρόκειται για έναν δείκτη που δείχνει ότι η κατανάλωση στηρίζεται ξανά, τουλάχιστον εν μέρει, και σε δανειακούς πόρους.
Με αυτή τη διαπίστωση, η μελέτη βάζει ουσιαστικά και το σωστό μέτρο στη συζήτηση περί «πλούτου». Γιατί μπορεί η συνολική περιουσιακή θέση των νοικοκυριών να βελτιώνεται, στατιστικά τουλάχιστον, αυτό δεν σημαίνει ότι το μέσο νοικοκυριό αισθάνεται οικονομικά ασφαλές ή ότι έχει αφήσει πίσω του την πίεση της ακρίβειας. Αντιθέτως, κάποιοι διαθέτουν μόνο ένα «ξερό» εισόδημα και κανέναν ακίνητο προς αξιοποίηση, ενώ και για «έχοντες και κατέχοντες» των οποίων η αξία της περιουσίας αυξάνεται, η προσαύξηση του χαρτοφυλακίου τους δεν μεταφράζεται αυτομάτως και σε μεγαλύτερη ρευστότητα μέσα στον μήνα, ούτε πληρώνει από μόνη της (αν δεν ρευστοποιηθεί ή αξιοποιηθεί) το σούπερ μάρκετ του μήνα, ενοίκιο, λογαριασμούς και δόσεις.
Εγκλωβισμένοι… στον πλούτο τους οι Ελληνες
Η μελέτη προσθέτει και μία ακόμη παράμετρο, το λεγόμενο «wealth effect», δηλαδή την επίδραση που μπορεί να έχει στην κατανάλωση η άνοδος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Όπως αναφέρει, «όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών, τόσο ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης».
Αυτό, όμως, είναι ακριβώς και το σημείο που χρειάζεται προσοχή: άλλο η ψυχολογία της αποτίμησης και άλλο η πραγματική ικανότητα αποταμίευσης.
Με άλλα λόγια, όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων, γίνονται απλησίαστα για όσους δεν τα έχουν, αλλά ευτελίζεται περισσότερο και η αξία του χρήματος από εργασία, επιχειρηματικές αμοιβές, ενοίκια κλπ που εκφράζουν μικρότερο μερίδιο αξίας των «φουσκωμένων» περιουσιών. Χάνει την αξία του δηλαδή το «πόσα βγάζει» κάποιος, καθώς κυριαρχεί το «πόσα αξίζει» κάτι που ο κάτοχός τους πχ ενοικιάζει ή πουλάει (πχ ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, μετοχές κλπ).
Η επενδυτική βαθμίδα… αύξησε τις περιουσίες!
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, «η οικονομική θέση των νοικοκυριών προσδιορίζεται τόσο από το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο επηρεάζει τις δυνατότητες κατανάλωσης και αποταμίευσης, όσο και από τον πλούτο που κατέχουν».
Όπως σημειώνουν, «τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφηκε βελτίωση και στα δύο αυτά μεγέθη». Δηλαδή και το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνέχισε να αυξάνεται στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και «η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών κατέγραψε ταχύτερη άνοδο, αντανακλώντας την αύξηση τόσο του χρηματοοικονομικού όσο και του μη χρηματοοικονομικού πλούτου» όπως σημειώνεται.
Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης:
– η ισχυρή επίδοση του τουρισμού,
– η ευρύτερη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών,
– η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας και ειδικά μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
– η άνοδος της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς.
καταγραφεί και στα δύο μεγέθη, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ εμφανίζει συγκριτικά ευνοϊκότερη εικόνα ως προς τον πλούτο.
Ως αποτέλεσμα, ο πλούτος μεν αυξάνεται, αλλά τα νοικοκυριά τραβούν καταθέσεις και δανείζονται περισσότερο. Η αρνητική αποταμίευση και η αύξηση του καταναλωτικού δανεισμού δείχνουν ότι, παρότι η οικονομική βελτίωση είναι υπαρκτή, η κρίση ακρίβειας δεν επιτρέπει ακόμη να μεταφραστεί σε αίσθημα οικονομικής ασφάλειας για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών.
Η σύγκριση με την Ευρωζώνη ενισχύει αυτή τη διαπίστωση. Η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερη εικόνα ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών, όμως υστερεί αισθητά στο προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, όπου κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μπορεί να εμφανίζει υψηλότερη περιουσιακή βάση, κυρίως λόγω ακίνητης περιουσίας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αντίστοιχη εισοδηματική άνεση για το μέσο νοικοκυριό.
Τα ευρήματα αυτά, όπως εξάγονται από την έκθεση, δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς, αλλά ούτε και για μηδενισμό και απαισιοδοξία. Η εικόνα των ελληνικών νοικοκυριών έχει βελτιωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όμως η βελτίωση αυτή παραμένει εύθραυστη. Το εισόδημα αυξάνεται, η περιουσία αποτιμάται υψηλότερα, αλλά η κατανάλωση εξακολουθεί να στηρίζεται σε αποταμιεύσεις που μειώνονται και σε δανεικά που αυξάνονται. Και αυτή είναι ίσως η πιο «ωμή» αποτύπωση της τρέχουσας πραγματικότητας: εισοδήματα και πλούτος ανεβαίνουν, κανένας δε μένει όμως εκτός κρίσης από την οικονομική πίεση που αυξάνεται διεθνώς.
Newmoney.gr