Στα 800 εκατ. το κόστος καυσίμων για το 2026

Ακτοπλοΐα: Εκτός ελέγχου οι δυσμενείς επιπτώσεις από την ενεργειακή κρίση

Σε οικονομικό αδιέξοδο κινδυνεύει να οδηγηθεί η ελληνική ακτοπλοΐα, καθώς η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ανατρέψει τους προϋπολογισμούς των επιχειρήσεων, προκαλώντας πρωτοφανή αύξηση του λειτουργικού κόστους. Ο ετήσιος λογαριασμός για τα καύσιμα, που μέχρι πρότινος ανερχόταν σε περίπου 400 εκατ. ευρώ, εκτιμάται ότι θα εκτοξευθεί στα 800 εκατ. ευρώ το 2026, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση 400 εκατ. ευρώ σε έναν κλάδο με συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξης του 1 δισ. ευρώ.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Η ελληνική ακτοπλοΐα χρειάζεται περίπου 700.000 τόνους ναυτιλιακών καυσίμων ετησίως για να διατηρεί τα πλοία της σε λειτουργία και να εξυπηρετεί τις θαλάσσιες συγκοινωνίες της χώρας. Με βάση τις εκτιμήσεις των επιχειρήσεων, στον κλάδο που έχει ετήσιο τζίρο ένα δισεκατομμύριο ευρώ το κόστος των καυσίμων ενδέχεται πλέον να αντιστοιχεί στο 80% του τζίρου, έναντι 40% προηγουμένως αφού από τα 400 εκατομμύρια εκτινάχθηκε στα 800 εκατομμύρια ευρώ. Υπολογίζεται ότι μόνο για το δ’ τρίμηνο του 2026 η συνολική επιβάρυνση θα είναι στα 90 εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για σύγκριση του προβλεπόμενου ετήσιου κόστους με τον κύκλο εργασιών και όχι για οριστικό απολογισμό του 2026. Ωστόσο, ακόμη και ως εκτίμηση, αποκαλύπτει την ασφυκτική πίεση που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες. Και να υπολογίσετε ότι το κόστος καυσίμων είναι το 55% του λειτουργιού κόστους των πλοίων. «Η κατάσταση πλέον είναι εκτός ελέγχου», επισημαίνουν στο newmoney στελέχη ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων, περιγράφοντας ένα περιβάλλον στο οποίο η εκτέλεση των δρομολογίων γίνεται ολοένα ακριβότερη, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων.

«Πώς θα καλύψουμε τις μεγάλες ζημιές που έχουν προκληθεί και οι οποίες θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν;» είναι το ερώτημα που θέτουν παράγοντες της αγοράς, εκφράζοντας την ανησυχία τους για τις οικονομικές αντοχές των επιχειρήσεων τους επόμενους μήνες.

Η πρώτη ουσιαστική συνέπεια της ενεργειακής κρίσης έχει ήδη αποτυπωθεί στον προγραμματισμό των δρομολογίων. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια η μετάβαση στη χειμερινή περίοδο, με τη σταδιακή μείωση των συχνοτήτων και την απόσυρση πλοίων από γραμμές περιορισμένης ζήτησης, ξεκινούσε συνήθως από τα μέσα με τέλη Οκτωβρίου, φέτος η διαδικασία επισπεύστηκε και άρχισε ήδη από τα μέσα Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου.

Η μεταβολή αυτή συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των λειτουργικών ζημιών. Σε μια περίοδο κατά την οποία η επιβατική κίνηση υποχωρεί μετά το τέλος της τουριστικής αιχμής, η διατήρηση υψηλής συχνότητας δρομολογίων γίνεται ακόμη δυσκολότερη όταν το κόστος καυσίμων έχει σχεδόν διπλασιαστεί.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις νησιωτικές κοινωνίες, καθώς η ακτοπλοΐα δεν εξυπηρετεί μόνο τον τουρισμό, αλλά αποτελεί βασικό μέσο μεταφοράς κατοίκων, εμπορευμάτων και ειδών πρώτης ανάγκης.

Σύμφωνα με στοιχεία της 25ης ετήσιας μελέτης της XRTC Business Consultants, 164 ακτοπλοϊκά πλοία από 37 εταιρείες εξυπηρετούσαν το καλοκαίρι του 2025 συνολικά 115 ελληνικά νησιά, από τα οποία μόλις 27 διαθέτουν αεροδρόμιο. Η ένταση της κρίσης είχε αρχίσει να γίνεται ορατή ήδη από τον Σεπτέμβριο. Όπως είχε αποκαλύψει το newmoney σε ρεπορτάζ της 15ης Σεπτεμβρίου, η τιμή του ναυτιλιακού πετρελαίου MGO είχε φθάσει στα 1.300 ευρώ ανά τόνο, σχεδόν διπλάσια σε σύγκριση με τα επίπεδα των προηγούμενων επτά μηνών.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός ακτοπλοϊκού ταξιδιού με επιστροφή στη γραμμή Πειραιάς–Ρόδος, όπου το κόστος καυσίμων είχε ανέλθει στα 208.000 ευρώ, με πρόσθετη επιβάρυνση 102.720 ευρώ σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα τιμών.

Την ίδια περίοδο, τα καύσιμα απορροφούσαν έως και το 55% του λειτουργικού κόστους ορισμένων πλοίων. Τα στοιχεία αυτά εξηγούν γιατί οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις θεωρούν ότι δεν υπάρχουν πλέον μεγάλα περιθώρια εσωτερικής εξοικονόμησης. Η μείωση ταχύτητας, ο περιορισμός δρομολογίων και η καλύτερη διαχείριση της κατανάλωσης μπορούν να περιορίσουν μέρος της επιβάρυνσης, όχι όμως να αντισταθμίσουν μια τόσο μεγάλη αύξηση των τιμών

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, συνεχίζονται οι επαφές μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) και του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει μέχρι στιγμής ουσιαστική πρόοδος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.

Οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις εκτιμούν ότι το μέγεθος του προβλήματος ξεπερνά τις δυνατότητες παρέμβασης ενός μόνο υπουργείου.

«Δεν είναι θέμα μόνο του υπουργείου Ναυτιλίας. Θα πρέπει να συντονιστεί ολόκληρη η κυβέρνηση», επισημαίνουν στο newmoney στελέχη της αγοράς, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί ευρύτερες αποφάσεις οικονομικής πολιτικής. Στο τραπέζι βρίσκεται ουσιαστικά το ερώτημα ποιος θα επωμιστεί την πρόσθετη επιβάρυνση: οι επιχειρήσεις, οι επιβάτες ή ο κρατικός προϋπολογισμός μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων. Η μετακύλιση του κόστους στις τιμές των εισιτηρίων δεν θεωρείται εύκολη λύση, καθώς θα επιβαρύνει τις μετακινήσεις των νησιωτών, αλλά και το συνολικό κόστος των διακοπών στην Ελλάδα. Αλλά μοιάζει όσο περνάει ο καιρός σε μονοδρομο.

Την ίδια ώρα, παραμένουν ανοιχτές οικονομικές εκκρεμότητες. Σε προηγούμενο ρεπορτάζ του newmoney, στις 5 Σεπτεμβρίου, είχε επισημανθεί ότι δεν είχε ενεργοποιηθεί η ρήτρα καυσίμων στις συμβάσεις των άγονων γραμμών, ενώ εκκρεμούσε η καταβολή αποζημιώσεων ύψους 55–60 εκατ. ευρώ για τις υποχρεωτικές εκπτώσεις στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια.

Η εκτίναξη των καυσίμων έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη βαρύ επενδυτικό περιβάλλον. Η ελληνική ακτοπλοΐα βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη ανανέωσης ενός γερασμένου στόλου, την προσαρμογή στους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς και τις σημαντικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για την πράσινη μετάβαση. Σύμφωνα με την XRTC, το συνολικό χρηματοδοτικό κενό για την ανανέωση και την περιβαλλοντική προσαρμογή του στόλου υπερβαίνει τα 5 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 25 ετών. Από αυτά, περίπου 3 δισ. ευρώ αφορούν επενδύσεις σε νέα πλοία, μετασκευές και εξοπλισμό και περισσότερα από 2 δισ. ευρώ πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες. Το πρόβλημα είναι ότι η σημερινή ενεργειακή κρίση περιορίζει τη δυνατότητα των εταιρειών να δημιουργήσουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για αυτές τις επενδύσεις.

Επιπλέον, από το 2026 η υποχρέωση κάλυψης των εκπομπών που υπάγονται στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων EU ETS φθάνει στο 100%, προσθέτοντας ένα ακόμη βάρος στις γραμμές που εμπίπτουν στο μέτρο. Η ανησυχία των ακτοπλόων δεν αφορά πλέον μόνο το αποτέλεσμα της φετινής χρήσης. Αφορά και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την ανανέωση των πλοίων τους, διατηρώντας παράλληλα επαρκή εξυπηρέτηση των νησιών. Με το κόστος καυσίμων να απειλεί να φθάσει τα 800 εκατ. ευρώ, τις περικοπές δρομολογίων να έχουν αρχίσει νωρίτερα και τις συζητήσεις με την κυβέρνηση να μην έχουν ακόμη αποδώσει συγκεκριμένη λύση, η ελληνική ακτοπλοΐα βρίσκεται μπροστά σε έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα.

Newsmoney.gr

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθέστε την «ΚΓ» ως προτιμώμενη πηγή στην Google