Κάτω από την ήρεμη επιφάνεια της Μεσογείου βρίσκεται σε εξέλιξη μια βαθιά μεταμόρφωση με οικολογικές αλλά και οικονομικές συνέπειες. Ψάρια και άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί που μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν άγνωστοι στην περιοχή εξαπλώνονται με ταχύτητα, ανταγωνίζονται τα γηγενή είδη και δημιουργούν νέα δεδομένα για την αλιεία.
Στην Κύπρο, ψαράδες και επιστήμονες συνεργάζονται για τον εντοπισμό και τον περιορισμό ειδών όπως το λεοντόψαρο, ένα εντυπωσιακό αλλά ιδιαίτερα επιθετικό είδος που έχει εγκατασταθεί στα νερά της Ανατολικής Μεσογείου. Σε πειραματικές παγίδες, οι ψαράδες συλλέγουν λεοντόψαρα, αφαιρούν τα δηλητηριώδη αγκάθια τους και τα προωθούν για περαιτέρω αξιοποίηση.
Πίσω από αυτή την προσπάθεια βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας, σε συνδυασμό με τη δίοδο που προσφέρει η Διώρυγα του Σουέζ, διευκολύνει την είσοδο οργανισμών από θερμότερα, τροπικά νερά στη Μεσόγειο, μεταδίδει το Reuters.
Η ταχύτητα της αλλαγής είναι εντυπωσιακή. Υπολογίζεται ότι ένα νέο είδος εισέρχεται στη Μεσόγειο κάθε δύο εβδομάδες, ενώ πλέον καταγράφονται περισσότερα από 1.000 μη γηγενή είδη. Σε παλαιότερη καταγραφή, για την περίοδο 2012-2017, ο αριθμός τους βρισκόταν κάτω από τα 800.
Η εξέλιξη προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς οι νεοεισερχόμενοι οργανισμοί από την Ερυθρά Θάλασσα και άλλες περιοχές εκτοπίζουν γηγενή είδη, μεταβάλλουν τις τροφικές αλυσίδες και απειλούν την αλιευτική δραστηριότητα.
Η κλιματική αλλαγή μεταμορφώνει τη Μεσόγειο
Οι αλλαγές στη θάλασσα αποτελούν μία ακόμη διάσταση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, η οποία έχει γίνει ιδιαίτερα αισθητή στην Ευρώπη με ακραίους καύσωνες, πυρκαγιές και ξηρασίες.
Η Μεσόγειος αντιπροσωπεύει μόλις το 0,8% της συνολικής έκτασης των ωκεανών του πλανήτη, ωστόσο φιλοξενεί εξαιρετικά πλούσια βιοποικιλότητα. Ορισμένες εκτιμήσεις τοποθετούν το μερίδιό της ακόμη και στο 18% των θαλάσσιων ειδών παγκοσμίως, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις της εισβολής νέων οργανισμών.
«Οι αλλαγές είναι δραματικές, ιδιαίτερα από το 2000 και μετά», επισημαίνει ο θαλάσσιος επιστήμονας Περικλής Κλείτου, ο οποίος συμμετέχει σε έρευνες στην Κύπρο για τρόπους περιορισμού των συνεπειών από τα ξενικά είδη.
Όπως εξηγεί, ολοένα περισσότερα μη γηγενή είδη πολλαπλασιάζονται και αποκτούν κυρίαρχη παρουσία στο θαλάσσιο περιβάλλον, ενώ παράλληλα μειώνονται τα αυτόχθονα είδη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το λεοντόψαρο. Με τα χαρακτηριστικά αγκάθια του, δεν διαθέτει γνωστό φυσικό θηρευτή στη Μεσόγειο και έχει μεγάλη όρεξη για γηγενή ψάρια και καρκινοειδή.
Στην Κύπρο δοκιμάζονται επιλεκτικές παγίδες που έχουν σχεδιαστεί ώστε να προσελκύουν λεοντόψαρα και μπλε καβούρια, επιτρέποντας παράλληλα σε άλλα είδη να διαφεύγουν. Η επιλεκτικότητα θεωρείται κρίσιμη, ώστε η προσπάθεια αντιμετώπισης ενός προβλήματος να μην προκαλεί νέες πιέσεις στο οικοσύστημα.
Πάνω από 230 ξενικά είδη στα ελληνικά νερά
Ανάλογες και ιδιαίτερα έντονες αλλαγές καταγράφονται και στην Ελλάδα. Περισσότερα από 230 ξενικά είδη έχουν εισέλθει στα ελληνικά νερά τις τελευταίες δεκαετίες, δημιουργώντας νέες ισορροπίες στα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Η διευθύντρια ερευνών Παρασκευή Καραχλέ επισημαίνει ότι κάθε νεοεισερχόμενο είδος μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά το οικοσύστημα.
Οι Γερμανοί, για παράδειγμα, καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυκών. Η έντονη βόσκησή τους μπορεί να δημιουργήσει υποθαλάσσιες εκτάσεις σχεδόν χωρίς βλάστηση, ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται τα γηγενή φυτοφάγα ψάρια της Μεσογείου για τροφή.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξάπλωση του λαγοκέφαλου (Lagocephalus). Πρόκειται για σαρκοφάγο ψάρι που περιέχει τοξίνες δυνητικά θανατηφόρες για τον άνθρωπο και επιτίθεται σε άλλα θαλάσσια είδη. Η παρουσία του έχει συνδεθεί επίσης με αναφορές για μειωμένα αλιεύματα χταποδιού.
Ελλάδα και Κύπρος έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη και οικονομικά κίνητρα προς τους αλιείς για την αλίευση λαγοκέφαλων, στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού των πληθυσμών τους.
Η εξάπλωση των ξενικών ειδών δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα. Η αλλαγή στη σύνθεση των αλιευμάτων επηρεάζει άμεσα τους επαγγελματίες του κλάδου και τις τοπικές οικονομίες που εξαρτώνται από τη θάλασσα.
«Τα χωροκατακτητικά είδη καταλαμβάνουν τις θάλασσές μας και αυτό επηρεάζει τόσο την τοπική βιοποικιλότητα όσο και την οικονομία», επισημαίνει η θαλάσσια βιολόγος Χριστίνα Κακουλλή.
Από απειλή σε προϊόν για την αγορά
Με την πλήρη εξάλειψη πολλών ξενικών ειδών να θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη, οι επιστήμονες εξετάζουν πλέον και τρόπους προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα. Μία από τις λύσεις είναι η δημιουργία εμπορικής ζήτησης για είδη που μέχρι σήμερα δεν αποτελούσαν μέρος των τοπικών διατροφικών συνηθειών.
Το λεοντόψαρο μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια μετά την αφαίρεση των δηλητηριωδών αγκαθιών του. Στην Κύπρο γίνονται προσπάθειες ώστε οι καταναλωτές να το γνωρίσουν καλύτερα και να ενταχθεί περισσότερο στην αγορά και στην εστίαση.
Ο σεφ Πέτρος Γιάνγκου, ο οποίος συνεργάζεται σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα για τον περιορισμό των ανεπιθύμητων αλιευμάτων καρχαριών και σαλαχιών και την αξιοποίηση χωροκατακτητικών ειδών, σημειώνει ότι η στάση των καταναλωτών έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.
«Στην αρχή ο κόσμος φοβόταν, αλλά τώρα καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ψάρι υψηλής ποιότητας και πολύ νόστιμο», αναφέρει.
Παράλληλα, νέες αγορές για τέτοια είδη αρχίζουν να αναπτύσσονται. Στον Λίβανο και την Τουρκία καταγράφεται εμπορικό ενδιαφέρον, ενώ τα μπλε καβούρια του Ατλαντικού έχουν βρει καταναλωτές στην Τυνησία.
Στην Ελλάδα, ερευνητές έχουν εξετάσει μεθόδους απομάκρυνσης των τοξινών από τον λαγοκέφαλο, ώστε να διερευνηθεί η δυνατότητα μετατροπής του σε ιχθυάλευρο για εκτρεφόμενα λαβράκια.
Παράλληλα, μελετώνται πιθανές χρήσεις ξενικών ειδών σε τομείς πέρα από τη διατροφή, όπως τα καλλυντικά, τα συμπληρώματα διατροφής, τα δερμάτινα προϊόντα και η ανακούφιση από τον πόνο. Με αυτόν τον τρόπο, ένα μέρος της επιστημονικής έρευνας επιχειρεί να μετατρέψει ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα σε πρώτη ύλη με πιθανή οικονομική αξία.
Η δύσκολη μάχη για τη νέα Μεσόγειο
Η εμπορική αξιοποίηση, ωστόσο, δεν μπορεί από μόνη της να ανακόψει τη μεταμόρφωση της Μεσογείου. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός παράγοντας πίσω από την εξάπλωση των ξενικών ειδών ούτε μία απλή λύση για τον περιορισμό τους.
Η θέρμανση των υδάτων, οι νέες συνθήκες που δημιουργούνται στα οικοσυστήματα, οι θαλάσσιες μεταφορές και η επικοινωνία μέσω του Σουέζ λειτουργούν παράλληλα, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται συστηματική και μακροχρόνια παρακολούθηση, ώστε να καταγράφεται όχι μόνο η άφιξη νέων ειδών αλλά και ο πραγματικός αντίκτυπός τους στη βιοποικιλότητα και στην οικονομική δραστηριότητα.
«Η θάλασσα είναι πολύ περίπλοκη. Υπάρχουν πάρα πολλές μεταβλητές που αλληλεπιδρούν ταυτόχρονα», τονίζει ο Περικλής Κλείτου.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μιας Μεσογείου που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα. Για Ελλάδα και Κύπρο, η πρόκληση δεν περιορίζεται πλέον στην προστασία των γηγενών ειδών, αλλά επεκτείνεται στην προσαρμογή της αλιείας, της κατανάλωσης και των παράκτιων οικονομιών σε ένα θαλάσσιο περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών.
Πηγή: newmoney.gr