Αυτός είναι ο τίτλος του βιβλίου του Μάνου Ελευθερίου, που για μία ακόμα φορά μας εντυπωσιάζει και με τα θαυμάσια κείμενά του, αλλά ιδιαίτερα με την έρευνα και την ανακάλυψη πολλών νέων στοιχείων που αφορούν το παρελθόν του νησιού μας. «Ο Μάνος γράφει συνεχώς για το νησί του», γράφει δημοσιογράφος στο ΒΗΜΑ, «κείμενα για τους καλλιτέχνες που έζησαν εκεί και για άλλους Συριανούς που διαμόρφωσαν τη σπουδαία, κάποια χρόνια, Συριανή κοινωνία. Ψάχνει λεπτομέρειες. Για να βρει αν ο Βαμβακάρης έφυγε 12 ή 13,5 ή 14 χρονών από το νησί, αναζητεί στα αρχεία έναν εφημεριδά, έναν μανάβη, ένα πρακτορείο εφημερίδων, πόστα στα οποία δούλεψε ο μικρός Μάρκος. Έτσι ξεσηκώνει από τη σκόνη των μπαούλων έναν ολόκληρο κόσμο και μας τον προσφέρει στο πιάτο. Το βιβλίο του δεν είναι μια βιογραφία των νεανικών χρόνων του Μάρκου στη Σύρα, αλλά τελικά γίνεται η Σύρα των νεανικών χρόνων του Μάρκου. Ίσως όμως έτσι να μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τον Μάρκο Βαμβακάρη…. Ο Μάνος Ελευθερίου αναφέρει ότι ο Μάρκος έγραφε και μυθιστορήματα, παραθέτει μάλιστα την καρτ βιζίτ που έγραφε: «Μάρκος Δ. Βαμβακάρης, Συγγραφεύς - Μουσικοσυνθέτης» . Θα ήταν ωραίο να βρίσκαμε αυτά τα γραπτά. Θα μας φώτιζαν ακόμη πιο πολύ τις σκέψεις του Βαμβακάρη…»
Ο πρόλογος του βιβλίου
«Ασφαλής ορισμένα κείμενα, ιδίως των ερμουπολίτικων εφημερίδων, θα φανούν σε ορισμένους υπερβολικά μεγάλης έκτασης και ίσως περιττά. Αυτά φωτίζουν όμως περισσότερο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της συριανής κοινωνίας εκείνου του καιρού. Μέσα σ' αυτόν τον ευλογημένο χώρο και δίπλα σ' αυτά τα γεγονότα και σ' αυτή τη γλώσσα πρόλαβε να ζήσει τα νεανικά του χρόνια, 1905 έως το 1920, ο Μάρκος Βαμβακάρης, γιος του Δομένικου Βαμβακάρη και της Ελπίδας Προβελεγγίου. Μ' αυτά τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του ασχολήθηκα, όσο έμεινε στη Σύρα, με βάση όμως μόνο όσα θυμόταν ο ίδιος πριν παραδοθούν στην Αθανασία. Στις περιγραφές των εφημερίδων για τους χορούς, στις αστυνομικές διατάξεις, στα δικαστικά έγγραφα η καθαρεύουσα δίνει τα φτερά αυτής της σκοτεινής κι ωστόσο λαμπρής, για πολλά πράγματα, εποχής….». Είναι ένα μέρος από τον πρόλογο του βιβλίου του Μάνου που μας ενημερώνει για την ζωή και τις δραστηριότητες του Μάρκου στα χρόνια (τα παιδικά χρόνια) που έζησε στη Σύρα.
Διαβάζοντας τα «Μαύρα μάτια» θέλεις δεν θέλεις μεταφέρεσαι νοερά σ' εκείνη την εποχή των αρχών του 20ου αιώνα και αισθάνεσαι ότι ζεις και υπάρχεις και γνωρίζεις ιστορικές και κοινωνικές στιγμές μοναδικές. Για αρκετές σελίδες ξεχνάς ότι αναφέρεται στον Βαμβακάρη και νοιώθεις ότι περιγράφει μια καθημερινή ζωή μιας Σύρας που όσο κι αν έχουμε διαβάσει και μελετήσει της ιστορία της, άλλο είναι να μαθαίνεις την καθημερινότητα της εποχής. Και...λέει ο Μάνος: ψάξτε και διαβάστε τις εφημερίδες εκείνης της εποχής και θα καταλάβετε ποια ήταν η τότε κοινωνία, πως ταίριαζε ή όχι με τη σημερινή. Η αλήθεια είναι ότι έτσι γνωρίζεις τη Σύρα.
Ο Μάρκος σε καίει
Λίγα λόγια από κείμενα του Θωμά Κοροβίνη που ακολουθεί τον πρόλογο του Μάνου:
«Ο Μάνος Ελευθερίου στήνει ένα καλειδοσκοπικό κείμενο στο οποίο συνδυάζει την προσωπική μαρτυρία του ιδίου του Μάρκου Βαμβακάρη για τα πρώτα νεανικά του χρόνια με πλούσιο αρχειακό υλικό, ανασυστήνοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της συριανής κοινωνίας εκείνου του καιρού… Όλα αυτά που πότισαν την ψυχή του Μάρκου κι έγιναν μουσική, στίχος, τραγούδι.
Ο Μάρκος είναι ένας φίλος γκαρδιακός που δεν παλαιώνει ποτέ. Αναρωτιέμαι συχνά κάθε φορά που τον ακούω…πως γίνεται και με κάνει να νιώθω ένα βαθιά διαβρωτικό και ανυπεράσπιστο μα λυτρωτικό κάψιμο. Σα να σκαλίζει όλο τον κόσμο της ψυχής, σα να τη μουσκεύει…
Ο Μάρκος πάντοτε σε καίει…»
Και από ένα σημείωμα του Γιώργου Νταλάρα:
«… Ο Μάρκος ταξιδεύει από γενιά σε γενιά όπως ταξίδευε από τη μέρα που γεννήθηκε… Ο Μάρκος θα κατοικεί πάντα εντός μας και τραγουδώντας τα τραγούδια του θα «συνομιλούμε» με τον ίδιο και θα ακουμπάμε τη λαϊκή ψυχή του Έλληνα».