Με το πρόωρο κλείσιμο της Βουλής οδηγήθηκαν στην παραγραφή οι ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του Ε. Βενιζέλου

Προστασία από τον καταλογισμό

Έντυπη Έκδοση
Διαφήμιση

Από την εισαγγελία του Αρείου Πάγου διαβιβάστηκε στη Βουλή, η δικογραφία σχετικά με τις ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου για τις δύο υποθέσεις που τελούν υπό διερεύνηση και αφορούν στα υποβρύχια και τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, αλλά και την Proton Bank, με την κυβέρνηση να οδηγεί, με το εσπευσμένο κλείσιμο της Βουλής, στην παραγραφή αυτών των ευθυνών.

Σε ένα παιχνίδι προστασίας των πολιτικών εταίρων της κυβέρνησης Σαμαρά, μετατρέπεται η υπόθεση των υποβρυχίων, με τις πιθανές ποινικές ευθύνες που ίσως βαρύνουν τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, να επιχειρείται η παραγραφή τους, μέσω της βεβιασμένης λήξης των εργασιών της Ολομέλειας του κοινοβουλίου.

Οι δικογραφίες στη Βουλή

Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Ζωή Κωνσταντοπούλου και μέλος της εξεταστικής επιτροπής που διερευνά τη συγκεκριμένη υπόθεση των υποβρυχίων, απέστειλε στην εισαγγελία τον σχετικό φάκελο, προκαλώντας την άμεση και έντονη αντίδραση του ΠΑΣΟΚ.

Στο διαβιβαστικό έγγραφο της εισαγγελίας Εφετών προς τον Άρειο Πάγο, αναφέρεται πως η δικογραφία κατά του κ. Βενιζέλου, σχηματίστηκε «κατόπιν υποβολής εκ μέρους της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ Ζωής Κωνσταντοπούλου, των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών της συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής στις 18/12/2013 που αποτυπώνουν τη συζήτηση επί της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για την υπόθεση των υποβρυχίων και των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, μετά των συνημμένων εγγράφων, καθόσον από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε προέκυψαν στοιχεία περί ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης μελών της κυβέρνησης και συγκεκριμένα των Ευάγγελου Βενιζέλου, πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας, και του πρώην υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου κατά το χρονικό διάστημα από την 17η Οκτωβρίου 2010 και εντεύθεν».

Παράλληλα μεταβιβάστηκε στη Βουλή ακόμα μία δικογραφία, που σχηματίστηκε κατόπιν της αναφοράς του δημοσιογράφου Δημήτρη Γεωργακόπουλου και αφορά στις πιθανές ευθύνες του κ. Βενιζέλου για την υπόθεση της Proton Bank.

Κινήσεις που πυροδότησαν έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ, καθώς με την λήξη των εργασιών της Β' Συνόδου της Ολομέλειας της Βουλής, όπως το Σύνταγμα ορίζει, επήλθε η παραγραφή των όποιων ποινικών ευθυνών υπουργικών στελεχών της προηγούμενης κυβέρνησης.

Γεγονός που γεννά ερωτηματικά στο «συμπωματικό» κλείσιμο της Βουλής την ημέρα κατάθεσης της δικογραφίας, όταν σύμφωνα με τα γραφόμενα των εισαγγελέων, τα στοιχεία που προέκυψαν δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ποινικών ευθυνών των κυρίων Βενιζέλου και Παπακωνσταντίνου.

Όπως αναφέρει η αντιεισαγγελέας εφετών, Ελένη Ράϊκου, στο έγγραφο της, αλλά και η εισαγγελέας κατά της Διαφθοράς, Πόπη Παπανδρέου, για τους δύο υπουργούς της περιόδου 209-2012 «από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε, προέκυψαν στοιχεία περί ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης».

Πολιτική αντιπαράθεση και βολές κατά της εισαγγελίας

Διαφήμιση

Έντονη υπήρξε η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο ρίχνει ευθείες βολές προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ δεν διστάζει να στραφεί και κατά των εισαγγελέων, στην προσπάθεια μεταστροφής του αρνητικού κλίματος κατά του προέδρου του, Ευάγγελου Βενιζέλου.

Σε ανακοίνωση του γραφείου τύπου του ΠΑΣΟΚ, γίνεται λόγος για πολιτική ήττα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αναφέροντας πως «Κάθε φορά που ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει την επιλογή να στοχεύσει τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ εκτίθεται και ηττάται κοινοβουλευτικά και πολιτικά», ενώ παράλληλα προχωρά και σε υπόδειξη προς τις εισαγγελικές αρχές για τον χαρακτηρισμό της υπόθεσης, λέγοντας «Η κα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είμαστε βέβαιοι ότι θα ελέγξει όλη αυτή την αντισυνταγματική και παράνομη μεθόδευση για τη δημιουργία φευγαλέων εντυπώσεων προς κομματική χρήση».

Ακόμα και κατά των εισαγγελικών αρχών στρέφονται τα βέλη των συγκυβερνώντων, χαρακτηρίζοντας ως «απαράδεκτο» το περιεχόμενο του παραπεμπτικού της δικογραφίας και ανακοινώνοντας πως θα ζητηθεί, από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Γκουτζαμάνη, πειθαρχικός έλεγχος για τις «αντισυνταγματικές» ενέργειες της κυρίας Πόπης Παπανδρέου «που δημιουργούν και πολιτικό ζήτημα».

Η κ. Παπανδρέου στοχοποιείται διότι, μετά την κατάθεση των πρακτικών από την Ζωή Κωνσταντοπούλου στην εισαγγελία, ήταν αυτή που αξιολόγησε τα κατατεθέντα έγγραφα τα οποία εστάλησαν στη Βουλή.

Συγκεκριμένα ο γραμματέας της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ, Παναγιώτης Ρήγας, ανέφερε για την κ. Παπανδρέου ότι «δεν είχε δικαίωμα να διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση και στην ουσία δεν την διενήργησε καθώς το μόνο που έκανε ήταν να σχηματίσει δικογραφία που περιλαμβάνει μόνο τα πρακτικά της Βουλής».

Χαρακτήρισε την ενέργεια της «νομικά απαράδεκτη και δημιουργεί πολιτικό ζήτημα» προσθέτοντας με απειλητικό νόημα πως «ο Βενιζέλος δεν θα το αφήσει να περάσει έτσι».

Υπεράσπιση του εισαγγελικού έργου

Από την πλευρά των εισαγγελικών αρχών γίνεται έκκληση για πιο σώφρονες αντιδράσεις των θεσμικών οργάνων της πολιτείας, με την Ένωση Εισαγγελέων να αναφέρει ότι η εισαγγελική διαβίβαση των δικογραφιών στην Βουλή έγινε βάσει των καθηκόντων των εισαγγελέων, τα οποία ασκούν κατά την Συνταγματική επιταγή.

Στην σχετική ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων, μεταξύ άλλων αναφέρεται πως «οι Επίκουροι Εισαγγελείς Εγκλημάτων Διαφθοράς, αφού μελέτησαν τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της συγκεκριμένης Συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής και τα συνημμένα έγγραφα που τους υποβλήθηκαν, διαβίβασαν -από υπηρεσιακή υποχρέωση, νομίμως και κατά καθήκον- τα έγγραφα αυτά, μέσω της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, χωρίς να ενεργήσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο –πέραν, βεβαίως της αναγκαίας ανάγνωσής τους- μη επιτρεπόμενες από το νόμο ανακριτικές ενέργειες.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος επιβεβαιώνει, και με την αφορμή αυτή, ότι οι Έλληνες Εισαγγελείς ασκούν ευόρκως τα καθήκοντά τους, με μοναδικό γνώμονα το Σύνταγμα και τους νόμους της Πολιτείας, καλεί τα θεσμικά όργανα της τελευταίας σε σώφρονες αντιδράσεις όσον αφορά σε ζητήματα λειτουργίας και απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης, και υπενθυμίζει ως αυτονόητη την υποχρέωση η τυχόν συναφής κριτική, να ασκείται εντός του πλαισίου που διαγράφει το Σύνταγμα, οι νόμοι και τα πέραν αμφισβήτησης, γνωστά δεδομένα της εκάστοτε υπόθεσης».