Νομοθετική ρύθμιση για τα «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια

Δόσεις και κούρεμα οφειλών

Έντυπη Έκδοση

Το νομοθέτημα για τα «κόκκινα δάνεια» ήταν η τελευταία πράξη του υπουργού Νίκου Δένδια, λίγο πριν την αποχώρηση του από το υπουργείο Ανάπτυξης, με τη ρύθμιση για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες, να αποτελεί μία εκ των απαιτήσεων της τρόικας και να κατατίθεται εχθές προς ενημέρωση των κομμάτων πριν την συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής.

Ο απερχόμενος από το υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, υπουργός Νίκος Δένδιας, κατέθεσε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, ως τροπολογία σε νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, την ρύθμιση που αφορά στα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια, που αποτελούν αιτία κατάρρευσης πολλών μικρών επιχειρήσεων και τα οποία υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 40 δις ευρώ.

Οι προωθούμενες νέες ρυθμίσεις αφορούν σε 180.000 συνολικά επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 165.000 είναι μικρομεσαίες και περί τις 900 είναι οι πολύ μεγάλες και οι αγροτικές επιχειρήσεις.

Κατά την αιτιολόγηση του υπουργού, θα δοθεί στις επιχειρήσεις μία δεύτερη ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα, με παράλληλη διάσωση 350.000 υφιστάμενων θέσεων εργασίας, ενώ αναφέρθηκε και στο μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό όφελος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από την είσπραξη μελλοντικών φόρων αλλά και την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών.

Η ρύθμιση εστιάζει κατά τον υπουργό σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες, που έχουν συνολικό κύκλο εργασιών μέχρι 2,5 εκ. ευρώ και είναι οι κύριοι ωφελούμενοι.

Υπουργική ενημέρωση

Κατά την ενημέρωση που παρείχε ο κ. Δένδιας στους βουλευτές μέλη της αρμόδιας επιτροπής, ανέφερε σχετικά με την συγκεκριμένη ρύθμιση πως «αφορά μια προσπάθεια για την ελάφρυνση του χρέους των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων, καταρχήν προς τα πιστωτικά ιδρύματα και είναι συνδεδεμένη με το σχήμα το οποίο έχει ψηφίσει η εθνική αντιπροσωπεία εδώ και λίγες μέρες για τις δόσεις προς το δημόσιο και προς τα ασφαλιστικά ταμεία».

Καθώς η κοινοβουλευτική επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα συζήτησης του θέματος, η κατάθεση εκ μέρους του κ. Δένδια έγινε προκειμένου, όπως ο ίδιος διευκρίνισε, να υπάρξει ο απαραίτητος χρόνος μελέτης της ρύθμισης από τα κόμματα, μέχρι την τελική συζήτηση της στην Ολομέλεια του κοινοβουλίου.

Ζήτησε δε να υπάρξει υπερψήφιση της από τους κυβερνητικούς βουλευτές, λέγοντας «Ευελπιστώ και παρακαλώ γι΄ αυτό, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων διατάξεων, να έχουμε μια κατά πολύ ευρύτερη συναίνεση, της κυβερνητικής πλειοψηφίας», ενώ πρόσθεσε πως «σε ότι τον αφορά τουλάχιστον, κάθε διάταξη η οποία έρχεται, δεν διεκδικεί τα εχέγγυα της πανσοφίας και συνεπώς η συνεισφορά της εθνικής αντιπροσωπείας είναι καλοδεχούμενη και χρήσιμη».

Παραδέχθηκε πως το νομοθέτημα δεν αποτελεί απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης αλλά συναποφάσισαν γι’ αυτό η Ένωση Τραπεζών και η ΕΚΤ, προκειμένου όπως ο ίδιος αιτιολόγησε να εξαντληθούν οι αντοχές του συστήματος και της οικονομίας ώστε να πετύχουμε την επανεκκίνηση της αγοράς στην Ελλάδα.

Διαφήμιση

Όσον αφορά στην σύμφωνη γνώμη της τρόικας για την παρούσα ρύθμιση, ο κ. Δένδιας παραδέχτηκε την ύπαρξη μίας ρητής γραμμένης, επί της αρχής, κατανόησης με την τρόικα, συμπληρώνοντας πως σε σχέση με τις δύο διαφορετικές ρυθμίσεις των επαγγελματικών και των στεγαστικών δανείων, «βρίσκεται σε σύγχυση η τρόικα», συμπληρώνοντας όμως πως δεν είναι δίκαιη η τιμωρητική αντίληψη για τον έντιμο οφειλέτη.

Αντικείμενο και σκοπός της ρύθμισης

Με τον παρόντα νόμο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων. Ειδικότερα, θεσπίζονται: α) η παροχή κινήτρων προς μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες αφενός και προς χρηματοδοτικούς φορείς αφετέρου για τη ρύθμιση / διαγραφή ιδιωτικού χρέους, β) η ελάφρυνση και ο διακανονισμός χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς το Δημόσιο και ΦΚΑ που προβαίνουν σε ρύθμιση οφειλών τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, γ) έκτακτη διαδικασία ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών),δ) έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης και ε) η σύσταση επιτροπής παρακολούθησης και συντονισμού της υλοποίησης των θεσπιζομένων μέτρων με στόχο την ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η εφαρμογή των θεσπιζομένων μέτρων από τους χρηματοδοτικούς φορείς γίνεται εν όψει των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας που θέσπισε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη ρύθμιση χρεών ιδιωτών και επιχειρήσεων (Β’ 2289/2014) σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του ν. 4224/2013 (Α’ 288). Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και οφειλές εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο.

Η ρύθμιση

Η σχετική τροπολογία που κατατέθηκε φέρει τον τίτλο «Μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και την ενίσχυση της απασχόλησης: κίνητρα για τη ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς και έκτακτες διαδικασίες ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων».

Δικαίωμα υπαγωγής στη ρύθμιση έχουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή επαγγελματίες που κατά τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2013 είχαν κύκλο εργασιών έως 2,5 εκατ. ευρώ, δεν έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ή έχουν εγκαίρως παραιτηθεί από αυτή, δεν έχουν παύσει τις εργασίες τους, δεν έχουν υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον πτωχευτικό κώδικα και δεν έχουν καταδικαστεί οι φορείς των επιχειρήσεων.

Οι επιχειρηματίες που ενδιαφέρονται να υπαχθούν στη ρύθμιση και οι οφειλές τους είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες στις 30 Ιουνίου 2014, έχουν χρονικό περιθώριο έως τις 30 Ιουνίου 2016.

Οι δανειολήπτες με οικονομικές εκκρεμότητες ταυτοχρόνως προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, θα πρέπει να υπαχθούν στη ρύθμιση έως τέλος Μαρτίου 2015.

Εάν η ρύθμιση των οφειλών προς τις τράπεζες επιλεγεί να γίνει μετά τον Μάρτιο του 2015, θα είναι δυνατή η χρήση του ευεργετήματος από τον οφειλέτη, για «κούρεμα» του 20% των οφειλών του προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την εφορία.

Βάσει της ρύθμισης υπάρχει η δυνατότητα διαγραφής του 50% του συνόλου των οφειλών και μέχρι ποσού 500.000 ανά πιστωτικό ίδρυμα.