Η διαφθορά καλά κρατεί στην Ελλάδα, όπως καταγράφεται στην ετήσια έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για το 2014, σύμφωνα με τα στοιχεία της οποίας η χώρα κατατάσσεται στην τελευταία θέση των κρατών της Ε.Ε., μαζί με την Ιταλία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Η βαθμολογία που συγκέντρωσε η χώρα μπορεί να εμφανίζεται αυξημένη κατά τρεις μονάδες σε σχέση με την περυσινή μέτρηση, όμως δεν είναι αρκετή να την ανεβάσει από την τελευταία θέση της λίστας των κρατών της Ε.Ε. όπου την κρατούν καθηλωμένη τα υψηλά ποσοστά διαφθοράς που παρατηρούνται στον δημόσιο τομέα.
Αυτός ο πρωταθλητισμός στην διαφθορά, στον οποίο επιδίδεται η χώρα, να υπενθυμιστεί ότι αποτέλεσε και αφορμή και καίριο στοιχείο της προσπάθειας διεθνούς απαξίωσης της όταν χρησιμοποιήθηκε, στα πλαίσια ενός άθλιου πολιτικού παιχνιδιού, από την Γερμανία, μέσω των γνωστών σχολίων ότι η Ελλάδα είναι χώρα διεφθαρμένων.
Η μη κυβερνητική οργάνωση της Διεθνούς Διαφάνειας, που εδρεύει στο Βερολίνο, δημοσιοποίησε τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της, βάσει των οποίων η Δανία, η Νέα Ζηλανδία και η Φινλανδία κρίνονται ως οι πλέον αδιάφθορες χώρες, ενώ στον αντίποδα των πλέον διεφθαρμένων χωρών του πλανήτη βρίσκονται το Σουδάν, η Βόρεια Κορέα και η Σομαλία.
Η βαθμολόγηση της διαφθοράς
Η έκθεση που παρουσιάζει κάθε χρόνο η Διεθνής Διαφάνεια ταξινομεί 175 χώρες, βάσει μίας κλίμακας βαθμολόγησης από το 0 έως το 100, με την χαμηλότερη βαθμολογία να συγκεντρώνουν οι χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά διαφθοράς και την ανώτερη οι πιο αδιάφθορες χώρες.
Το μέγεθος της παγκόσμιας διαφθοράς γίνεται εμφανές μέσω των βαθμών που συγκεντρώνει κάθε χώρα, με τα στοιχεία να είναι ιδιαιτέρως αποκαρδιωτικά, καθώς περισσότερες από τα 2/3 των 175 χωρών που αξιολογούνται, συγκεντρώνουν βαθμολογία μικρότερη των 50 μονάδων, αποδεικνύοντας το μέγεθος της διαφθοράς.
Στο σύνολο των αξιολογούμενων κρατών, την υψηλότερη βαθμολογία με 92 μονάδες στα 100, συγκεντρώνει η Δανία, σαν η πιο αδιάφθορη χώρα, ενώ την χαμηλότερη βαθμολογία με μόλις 8 μονάδες συγκεντρώνουν η Σομαλία και η Βόρεια Κορέα ως οι χώρες όπου ανθεί περισσότερο η διαφθορά.
Από την αξιολόγηση των συνολικά 175 χωρών, η Ελλάδα φέτος κατατάσσεται στην 69η θέση στην παγκόσμια κατάταξη, βαθμολογούμενη με 43 μονάδες, μαζί με τη Βραζιλία, τη Βουλγαρία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, τη Σενεγάλη και τη Σουαζιλάνδη, αν και θα πρέπει να αναφερθεί πως ανεβάζει σταδιακά τη βαθμολογία της τα τελευταία χρόνια, όταν το 2012 είχε συγκεντρώσει 36 βαθμούς και το 2013 είχε ανέβει στους 40.
Από τις ισχυρές χώρες, που παρουσιάζουν ρυθμούς ανάπτυξης, ισχυρό είναι το φαινόμενο διαφθοράς στην Κίνα, η οποία έρχεται στην 100η θέση και με βαθμολογία, μειωμένη σε σχέση με πέρυσι, στις 36 μονάδες και απώλεια 100 θέσεων στην κατάταξη.
Για την περίπτωση της Κίνας, η Διεθνής Διαφάνεια εστιάζει στην έκθεση της την αδιαφάνεια που επικρατεί ως προς τις διώξεις που ασκούνται, αναφέροντας ότι «υψηλόβαθμοι πολιτικοί και ορισμένοι χαμηλόβαθμοι δημόσιοι λειτουργοί συνελήφθησαν για διαφθορά, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι διώκονται πρέπει να είναι πιο διαφανής. Η Κίνα πρέπει να παρέχει καλύτερη πρόσβαση στην πληροφόρηση και να δημιουργήσει μεγαλύτερες εγγυήσεις προστασίας για όσους προβαίνουν σε καταγγελίες, κάτι που δεν έχει κάνει μέχρι τώρα στη νομοθεσία της».
Μεγάλη απώλεια σημειώνει στην βαθμολογία της και η Τουρκία, η οποία έπεσε από τις 50 στις 45 μονάδες και 11 θέσεις στην κατάταξη, καταλαμβάνοντας στην 64η θέση, που και πάλι όμως είναι πάνω από την Ελλάδα.
Στην έκθεση σημειώνεται για την Τουρκία ότι η σημαντική αύξηση της γενικής αντίληψης της διαφθοράς στη χώρα οφείλεται σε «μια σειρά ερευνών και απαγγελιών κατηγοριών για διαφθορά σε βάρος προσώπων», συμπληρώνοντας ότι σε αυτό συνέτεινε ότι «δημοσιογράφοι που επέκριναν το καθεστώς εκδιώχθηκαν…και συνελήφθησαν».
Μεγάλο δείκτη διαφθοράς παρουσιάζει και η Ρωσία, η οποία βρίσκεται στην 136η θέση με βαθμολογία μόλις 27 μονάδες.
Τοποθετήσεις και προτροπές
Από την πλευρά της οργάνωσης που ερευνά τα επίπεδα διαφθοράς παγκοσμίως, αναφέρεται πως η μέτρηση της είναι έως και αδύνατη στις πραγματικές της διαστάσεις, καθώς είναι παράνομη και συγκαλυμμένη και στο έργο αυτό συνεισφέρουν οι απόψεις, αλλά και τα στοιχεία οργανισμών, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, η Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, το γερμανικό ίδρυμα Bertelsmann.
Με μεγαλύτερη προσοχή προσεγγίζεται το πρόβλημα που παρουσιάζουν στην πάταξη της διαφθοράς χώρες με αναπτυσσόμενες οικονομίες, για τις οποίες ο πρόεδρος της Διεθνούς Διαφάνειας, νομικός, Χοσέ Ουγκάζ, ανέφερε πως «Οι ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες των οποίων οι κυβερνήσεις αρνούνται να είναι διαφανείς δημιουργούν μια κουλτούρα ατιμωρησίας, στην οποία η διαφθορά ευημερεί».
Πάντως σε κάθε περίπτωση, εκ μέρους της οργάνωσης το θέμα εστιάζεται στην προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί από τα «μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ», με τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα και τους πολυεθνικούς τραπεζικούς ομίλους να πρέπει να πάψουν να υποστηρίζουν κάθε οικονομικά ισχυρό των χωρών με αναπτυσσόμενη οικονομία, ώστε να μην νομιμοποιείται το παράνομο αποκτηθέν χρήμα, μέσω των τραπεζικών «πλυντηρίων».
Η διευθύντρια έρευνας της Διεθνούς Διαφάνειας, Ρόμπιν Χόντες, σημειώνει ότι «σχεδόν όλα τα τραπεζικά σκάνδαλα που σχετίζονται με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος δεν αφορούν πλέον μόνο μικρά νησιά που είναι φορολογικοί παράδεισοι αλλά και ύποπτα κεφάλαια, διεφθαρμένα, που καταλήγουν σε πόλεις όπως το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη ή η Φρανκφούρτη».
Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, πρόεδρος της Διεθνούς Διαφάνειας-Ελλάδας, Κώστας Μπακούρης, επισημαίνει ότι «Υπάρχει πορεία βελτίωσης, ωστόσο χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια. H αποτελεσματικότερη νομοθεσία για όσους αποκαλύπτουν περιστατικά διαφθοράς, καθώς και η δημιουργία μητρώων δημόσια προσβάσιμων πραγματικών τελικών δικαιούχων εταιριών, θα ανακόψουν πρακτικές διαφθοράς και θα ενισχύσουν την αξιοπιστία και την εικόνα της Ελλάδας».