Η δυνατότητα της χώρας στην εξυπηρέτηση του δανείου της, καθώς και οι υποχρεώσεις του μνημονίου οι οποίες δεν πρόλαβαν να υλοποιηθούν, που όμως έχουν ήδη λάβει την δεσμευτική συναίνεση της απερχόμενης κυβέρνησης, βρίσκονται στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης, με παρουσίαση δύο τελείως διαφορετικών όψεων της κατάστασης.
Δεδομένη και κοινά παραδεκτή η μη ικανότητα της χώρας να προχωρήσει σε οικονομική ανάκαμψη, φέροντας στις πλάτες της ένα μη βιώσιμο χρέος, έχει παράλληλα να αντιμετωπίσει και τα σκληρά ανταλλάγματα που έχουν απαιτήσει οι πιστωτές, τα οποία μεταφράζονται ως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Ουσιαστικά πρόκειται για μέτρα που συνεχίζουν την συρρίκνωση του εθνικού εισοδήματος, τακτική που ακολουθείται κατά την πενταετία των μνημονίων, περιορίζοντας έτσι στο ελάχιστο την δυνατότητα της χώρας να ανταπεξέλθει στις δανειακές της υποχρεώσεις.
Πρόκειται για έναν σχεδιασμό δανεισμού που ουσιαστικά κρατά δέσμια την χώρα σε ένα συνεχιζόμενο δανειακό παιχνίδι, που χρησιμοποιείται ως αιτιολόγηση της επαναλαμβανόμενης τακτικής των μνημονιακών εκμεταλλεύσεων.
Σε κάθε περίπτωση θεωρείται δεδομένη η μη εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους, γεγονός που απαιτεί άμεσο κούρεμα, εξέλιξη που όμως δυναμιτίζει τα σχέδια όσων επιδιώκουν ακόμα μεγαλύτερο όφελος από την τεχνικά χρεοκοπημένη και επαναλαμβανόμενα πτωχευμένη χώρα.
Επικαιροποίηση δεσμεύσεων
Καθώς οι πιστωτές, διέβλεπαν την αναστροφή του πολιτικού κλίματος, εμφανής προοπτική ως απόρροια όχι μόνο της οικονομικής ύφεσης, αλλά κυρίως της κοινωνικής κρίσης που προκλήθηκε από τους συγκεκριμένους πολιτικούς χειρισμούς, δεν μπόρεσαν να κρύψουν την διακαή τους επιθυμία για επέκταση του μνημονίου.
Έτσι στράφηκαν στην εφαρμογή του σχεδίου δέσμευσης και της νέας κυβέρνησης που θα προκύψει, με την επικαιροποίηση του μνημονίου, που αφορά στην εφαρμογή κάθε προαπαιτούμενου που δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί, λαμβάνοντας την τελική συμφωνία της απερχόμενης κυβέρνησης.
Πρόκειται για την υλοποίηση των μέτρων που έχουν ήδη συμφωνηθεί να τεθούν άμεσα μετά τις εκλογές σε εφαρμογή ώστε να λήξει θετικά για την χώρα η αξιολόγηση της τρόικας, προκειμένου να ξεκινήσει το σχέδιο υλοποίησης του τρίτου μνημονίου, το οποίο παρουσιάζεται ως ανοικτή προληπτική πιστωτική γραμμή (ECCL).
Και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη η απαίτηση εφαρμογής νέων μέτρων λιτότητας, με την ελληνική οικονομία να βρίσκεται υπό συνεχή επιτήρηση.
Η επικαιροποίηση του μνημονίου στην οποία προχώρησε η κυβέρνηση Σαμαρά, κρίθηκε άλλωστε ως απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να υπερψηφιστεί από τους Γερμανούς βουλευτές για την δίμηνη παράταση του Μνημονίου και αφορά στην εφαρμογή των προσυμφωνημένων μέτρων, που όμως δεν μπορούσε να παραδεχτεί
δημοσίως η κυβερνητική πλευρά, με ορατό τον ορίζοντα των εκλογών που είχε να αντιμετωπίσει.
Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ασχέτως εάν οι Έλληνες πολίτες αποφασίσουν αλλαγή της πολιτικής διακυβέρνησης της χώρας, θα συνεχίσουν να βρίσκονται δέσμιοι των αποφάσεων που θέλουν οι δανειστές, για ακόμα σκληρότερα μέτρα.
Άλλωστε η δυσκολία διαχείρισης, από κυβερνητικής πλευράς, της υποχρέωσης για την επιβολή των μέτρων που είχαν συμφωνηθεί, αποτέλεσαν και την αιτία πρόκλησης των πολιτικών εξελίξεων, με την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, καθώς η ψήφιση τους στη Βουλή ήταν αμφιβόλου αποτελέσματος.
Τα μέτρα που συμφωνήθηκαν
Τα μέτρα στα οποία συναίνεσε η απερχόμενη κυβέρνηση αφορούν σε ρυθμίσεις των εκκρεμοτήτων σχετικά με νέες περικοπές στα έσοδα των πολιτών, με παράλληλες απώλειες χρόνιων κεκτημένων.
Πρωτίστως συμφωνήθηκε η πλήρης μεταβολή του τοπίου που αφορά στις συντάξεις, με ακόμα μεγαλύτερες περικοπές σε ότι αφορά στις κύριες συντάξεις και κατάργηση των επικουρικών, αλλά και παράλληλες αυξήσεις σχετικά όμως με τα όρια ηλικίας και της κατοχύρωσης της κατώτατης σύνταξης μέσω μεγαλύτερου χρόνου ασφάλισης.
Συναίνεση υπήρξε και στην αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου, με την πάταξη των απεργιών μέσω της δυνατότητας εφαρμογής του λοκ άουτ εκ μέρους των επιχειρήσεων, ενώ απελευθερώνονται και οι ομαδικές απολύσεις στο ιδιωτικό τομέα.
Συμφωνία υπήρξε και σε ότι αφορά στους μισθούς του δημοσίου, με την μείωση κατά 25% των νεοεισερχόμενων στο δημόσιο και ταυτόχρονη εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου.
Στον απόηχο των βαρύγδουπων αρνήσεων εκ μέρους των κυβερνητικών παραγόντων περί της εξομοίωσης του ΦΠΑ των νησιών, όπως και της αύξησης του μικρού συντελεστή ΦΠA στο 13% σε όλες τις κατηγορίες, υπήρξε εν κρυπτώ συμφωνία εφαρμογής τους.
Δέσμευση εκ μέρους της κυβερνητικής πλευράς υπήρξε και σε ότι αφορά στην απελευθέρωση των πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας, τόσο για οφειλές προς το δημόσιο, όσο και για χρέη προς τα πιστωτικά ιδρύματα.
Συνολική διαπραγμάτευση για τον ΣΥΡΙΖΑ
Η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, που σύμφωνα με τα δημοσκοπική καταγραφή των τάσεων των ψηφοφόρων θα είναι πλέον αυτή που θα κληθεί να διαχειριστεί την κατάσταση, δεν φαίνεται να αναγνωρίζει την δίμηνη παράταση του μνημονίου και προτάσσει και σε αυτή την περίπτωση το θέμα της συνολικής διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές.
Συγκεκριμένα ο τομεάρχης Ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Σταθάκης, είχε αναφέρει σχετικά πως «Αν όπως φαίνεται εκλεγεί ο ΣΥΡΙΖΑ, η δίμηνη παράταση δεν υφίσταται πλέον ως έννοια. Εξάλλου, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, οι επιστολές που έχουν φτάσει στα Κοινοβούλια σχετικά με το θέμα αυτό δεν μιλούν για δίμηνη παράταση, το θέμα της λήξης της σύμβασης συνδέεται με την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης. Θα γίνουν, λοιπόν, συζητήσεις στη συνολική διαπραγμάτευση, η οποία θα γίνει στη βάση μιας άλλης ατζέντας προφανώς. Το ασφυκτικό πλαίσιο που προσπάθησαν να δημιουργήσουν με τη δίμηνη παράταση δεν ισχύει για την Ελλάδα με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θα βρούμε μια λύση από κοινού με τους εταίρους στο πρόβλημα αυτό, λύση η οποία δεν θα έρχεται σε αντίθεση με τη θέληση του ελληνικού λαού όπως θα έχει εκφραστεί στις εκλογές. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σέβονται τη Δημοκρατία».