Παρέμβαση της ΓΣΕΒΕΕ για τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή

Επιπτώσεις και αμφίβολη εισπραξιμότητα

Έντυπη Έκδοση
Διαφήμιση

Οι νέοι φορολογικοί συντελεστές, όπως αυτοί πρόκειται να διαμορφωθούν στο πλαίσιο της τελικής συμφωνίας της κυβέρνησης με τους δανειστές, καθώς και οι μεταβολές που αυτοί θα επιφέρουν σε αγαθά και υπηρεσίες, αποτέλεσαν αιτία παρέμβασης της ΓΣΕΒΕΕ προς τους αρμόδιους υπουργούς.

Η εφαρμογή του ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ, από 23% που ισχύει σήμερα, στο 18% και με χρήση πιστωτικής κάρτας στο 15%, και η αύξηση του υπερμειωμένου συντελεστή στο 8-9%, σίγουρα θα αποτελέσουν την αιτία αναδιαμόρφωσης των τιμών, γεγονός που προκαλεί σκεπτικισμό αλλά και αντιδράσεις επαγγελματικών φορέων.

Μεταξύ αυτών και η ΓΣΕΒΕΕ, που απέστειλε τις παρατηρήσεις και τις επισημάνσεις της στον Πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, τον υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη και τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο.

Η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας, βασιζόμενη στις πληροφορίες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, θεωρείται πολύ πιθανό ότι θα υιοθετηθεί το σενάριο εφαρμογής ενός ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ 18-19% σε όλες τις κατηγορίες των αγαθών, κρίνει πως τούτο συνεπάγεται μια αύξηση στους συντελεστές ΦΠΑ για τα αγαθά ευρείας κατανάλωσης, και μια παράλληλη μείωση από 23% στο 18% στις κατηγορίες των άλλων αγαθών.

Βάσει των ανωτέρω, επικεντρώνει στις επιπτώσεις της εγχώριας παραγωγής του αγροτοφικού κλάδου, της εστίασης και του τουρισμού, τις μικρές επιχειρήσεις αλλά και την αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης.

Οι κλάδοι που πλήττονται

Αναλύοντας το σκεπτικό των επακόλουθων της εφαρμογής του ενιαίου συντελεστή, χωρίς να υπολογιστεί η πρόταση αύξησης του υπερμειωμένου συντελεστή του 6,5% στο 8-9%, αλλά με κριτήριο ότι θα υπάρξει ραγδαία αύξηση ΦΠΑ στο 18%, τίθενται οι αρνητικές μεταβολές που θα επέλθουν από την επιπλέον επιβάρυνση.

Η ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει πως αν λάβουμε υπόψη ότι οι κατηγορίες που βρίσκονται στη χαμηλή κλίμακα συνδέονται κατά τεκμήριο με την εγχώρια παραγωγή και τον αγροδιατροφικό κλάδο, στον οποίο καταγράφεται το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή μετάταξη θα οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας. Σε αυτήν την περίπτωση, οι επιχειρήσεις του κλάδου της εστίασης και τουρισμού θα κληθούν να ανταποκριθούν σε υψηλότερα βάρη καταλογισμού ΦΠΑ (από το 6,5% στο 10% και από 13% στο 18% αντίστοιχα) σε μια περίοδο που συνδέεται με την ανάγκη να κερδηθεί η μεγάλη μάχη για τον τουρισμό και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής τουριστικής επιχείρησης εν γένει. Είναι σαφές ότι η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ σε δύο δυναμικούς εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής οικονομίας θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας εις βάρος του ΑΕΠ. Από την άλλη, η μείωση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ θα ευνοήσει τις μεγάλες εισαγωγικές επιχειρήσεις, καθώς και την υποκατάσταση κατανάλωσης εγχώριων με εισαγόμενα προϊόντα.

Διαφήμιση

Ειδική αναφορά γίνεται στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν υποστεί δυσανάλογη επιβάρυνση, σημειώνοντας ότι η νέα μεταβολή του ΦΠΑ θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις (που δραστηριοποιούνται σε κλάδους που εφαρμόζεται χαμηλός συντελεστής), χωρίς μάλιστα να υφίσταται καμιά ελάφρυνση από τις υπόλοιπες κατηγορίες φορολογικών βαρών που έχουν επιβληθεί τα προηγούμενα χρόνια. Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν υποστεί την περίοδο της κρίσης μια σωρεία επιβαρύνσεων με άξονα τη φορολογική πολιτική. Εκτός από την πλειάδα των φορολογικών μεταρρυθμίσεων και την θέσπιση νέων φορολογικών βαρών (τέλος επιτηδεύματος, εισφορά αλληλεγγύης, ΕΝΦΙΑ) που είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσανάλογη επιβάρυνση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι μεταβολές στο ΦΠΑ έχουν επηρεάσει την εγχώρια παραγωγή, έχουν μεταβάλλει τα καταναλωτικά πρότυπα και έχουν οδηγήσει επιχειρήσεις σε ακύρωση του οικονομικού προγραμματισμού.

Απαιτείται εξορθολογισμός των φορολογικών συντελεστών

Ιδιαίτερη επισήμανση γίνεται εκ μέρους της ΓΣΕΒΕΕ σχετικά με την μείωση των φορολογικών εσόδων, καθώς η εφαρμογή ενός ενιαίου συντελεστή θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συρρίκνωση το ελληνικό εγχώριο προϊόν, ενώ τα φορολογικά έσοδα θα είναι τελικά χαμηλότερα του προσδοκώμενων. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο στην εφαρμογή του αυξημένου ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης, όσο και στη μετάταξη συντελεστή ΦΠΑ στον κλάδο εστίασης από το 13% στο 23% (όταν επιχειρήθηκε με το Ν 4172/2013), τα φορολογικά αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Από τα προϋπολογισθέντα 800 εκ. λόγω της αύξησης του συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση, το κράτος έβαλε στα ταμεία του 160 εκ., χωρίς να εκτιμούμε τις απώλειες από το φόρο εισοδήματος και τα φαινόμενα υποκατάστασης της κατανάλωσης.

Ένα καίριο δε σημείο που θίγεται είναι και η αποτελεσματικότητα εισπραξιμότητας των φορολογικών εσόδων, βάσει των στοιχείων της Ε.Ε. Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις Φορολογικές Τάσεις (Taxation trends in the European Union, 2014) καταδεικνύει ότι η χώρα μας ενώ βρίσκεται στις πρώτες θέσεις αναφορικά με το ύψος του συντελεστή ΦΠΑ (7η θέση σε σύνολο 28), εντούτοις ο αποτελεσματικός συντελεστής (effective tax rate) βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα (εισπράξεις μόλις 7,2 δις), γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται μια προσπάθεια εξορθολογισμού των φορολογικών συντελεστών που θα συνοδεύεται από αποτελεσματικότερη λειτουργία της φορολογικής διοίκησης.

Άλλωστε, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον υπολογισμό της υστέρησης εισπραξιμότητας ΦΠΑ στις χώρες της ΕΕ («Study to quantify and analyse the VAT Gap in the EU-27 Member States, 2013), καταλήγει στα εξής ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

- Η αύξηση του ΦΠΑ σε περιόδους ύφεσης και χαμηλής οικονομικής επίδοσης οδηγεί σε χαμηλότερα φορολογικά έσοδα.

- Η αύξηση του ΦΠΑ χωρίς την ενίσχυση και εκσυγχρονισμό του φορολογικού μηχανισμού οδηγεί σε πολλαπλασιασμό της φοροδιαφυγής.

- Η αύξηση του ΦΠΑ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση 0,7 του συντελεστή συμμόρφωσης των επιχειρήσεων.