Σαν Ρωμαίος μονομάχος στην αρένα των λεόντων αναμετράται με τα ισχυρά οικονομικά συστήματα της Ευρώπης η Ελλάδα, με την κρίσιμη σύνοδο κορυφής από τη μία πλευρά, με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και από την άλλη τη συνεδρίαση του πιο ουσιαστικής σημασίας, από την δημιουργία της ευρωζώνης, Eurogroup, με τον νέο υπουργό Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο, να μεταφέρουν την δυναμική του 61,3% «Όχι» της λαϊκής απόφασης.
Σε ένα πλαίσιο συνεχιζόμενης πολεμικής στην κυβέρνηση, με την ενωτική προτροπή του πρωθυπουργού να αποδεικνύεται κενής περιεχομένου εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων, οι σύμμαχοι εταίροι συνεχίζουν την τακτική των πιέσεων, στον βαθμό όμως που οι ιστορικές τους ευθύνες πλέον έναντι του ευρωπαϊκού μέλλοντος, θα επηρεάσουν την ίδια την πολιτική τους ύπαρξη.
Με ζητούμενο να παραμείνει αραγής η Ε.Ε., με δηλώσεις διπλής ανάγνωσης οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποδέχθηκαν την ελληνική πλευρά στις συναντήσεις, η πρώτη απαίτηση προς την οποία είναι η συναίνεση της σε έναν επώδυνο συμβιβασμό.
Ενώ συνεχίζεται η χρήση της οικονομικής δύναμης των εταίρων προς τη χώρα, πέραν της οικονομικής ασφυξίας που της προκαλούν και αποτελεί το ισχυρό τους πλεονέκτημα, άρχισε να εκδηλώνεται ιδιαίτερη ανησυχία από την πλευρά τους, καθώς το αποτέλεσμα του ελληνικού δημοψηφίσματος ανοίγει τον δρόμο της αμφισβήτησης και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που θορυβεί έντονα την κρατούσα πολιτικοοικονομική δύναμη της Ένωσης.
Θα ήταν τουλάχιστον αφελές να ανέμενε κανείς να ληφθεί η όποια απόφαση από το χθεσινό Eurogroup, καθώς οι υπουργοί Οικονομικών δεν επρόκειτο να αναλάβουν καμία ανάλογη πρωτοβουλία, όταν το ελληνικό θέμα έχει ξεκάθαρα μετατοπιστεί σε πολιτικό επίπεδο, οπότε αναμένεται η κατάληξη των συνομιλιών της Συνόδου Κορυφής και επ’ αυτής της βάσης σήμερα θα συνεχιστεί η συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης.
Η ελληνική πλευρά πρότεινε μία ρύθμιση-γέφυρα μέχρι το τέλος το μήνα, δηλαδή μια οικονομική κάλυψη που θα επιτρέπει στη χώρα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και να αποκατασταθεί η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, ενώ σήμερα υποβάλλεται νέο αίτημα για χρηματοδοτικό πρόγραμμα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και η συνολική πρόταση των μεταρρυθμίσεων.
Διαπραγματευτική διαδρομή
Πρώτιστο ζητούμενο από την πλευρά της Ελλάδας είναι η άμεση και σε βάθος τουλάχιστον τριμήνου, κάλυψη των χρηματοδοτικών της αναγκών, ώστε μέσω μίας τέτοιας ενδιάμεσης χρηματοδότησης να μπορέσει να διαπραγματευτεί για το νέο πακέτο βοήθειας.
Άλλωστε κύριο νέο στοιχείο, το οποίο θα επιχειρηθεί να αξιοποιηθεί άμεσα, είναι η έκθεση του ΔΝΤ, βάσει της οποίας κρίνεται το ελληνικό χρέος ως μη βιώσιμο, ικανοποιώντας το πάγιο αίτημα της ελληνικής πλευράς για κούρεμα του όπως το Ταμείο ορίζει κατά 30% και επιμήκυνση της αποπληρωμής του σε βάθος 20ετίας.
Η χρονική στιγμή δημοσιοποίησης της συγκεκριμένης έκθεσης μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς υπήρξαν ισχυρότατες πιέσεις εκ μέρους του Κογκρέσου των ΗΠΑ, ενώ επανειλημμένες ήταν κατά τις τελευταίες ημέρες ανάλογες τοποθετήσεις Αμερικανών υψηλόβαθμων αξιωματούχων.
Αυτονόητο είναι πως οι μεταρρυθμίσεις που θα απαιτηθούν πλέον στο νέο πρόγραμμα θα πρέπει να βασίζονται σε αυτό το δεδομένο, εν αντιθέσει με τις τελευταίες προτάσεις Γιούνκερ, που στηρίζονταν στην λογική βιωσιμότητας του χρέους.
Πάντως σε κάθε περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση προσήλθε στις συναντήσεις με τον απαράβατο όρο του δημοψηφίσματος για την επίτευξη μίας «κοινωνικά δίκαιης και οικονομικά βιώσιμης συμφωνίας».
Επί των δηλώσεων
Χαρακτηριστικές των δονήσεων που έχουν προκληθεί από την ελληνική απόφαση, όπως αυτή διατυπώθηκε μέσω του δημοψηφίσματος και οι ευρωπαίοι ηγέτες έχουν αρχίσει να αισθάνονται, είναι οι νεότερες τοποθετήσεις τους σχετικά με την στάση τους έναντι της χώρας.
Ζητούμενο τους σε κάθε περίπτωση είναι η διασφάλιση της ευρωπαϊκής ενότητας, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε επίπεδο νομίσματος, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο αποτελεί ο φόβος της απώλειας του ισχυρού γεωπολιτικού πλεονεκτήματος το οποίο διαθέτει η Ελλάδα.
Το θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους έθεσε εκ νέου ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρμπι, ο οποίος ανέφερε πως «είναι να βρεθεί ένας δρόμος, ένας εποικοδομητικός δρόμος που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται και να αποκαταστήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης και να επιτύχει ένα επίπεδο βιωσιμότητας του χρέους. Αυτό είναι πράγματι το θέμα που βρίσκεται τώρα στο επίκεντρο».
Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ελλάδα τονίστηκε ακόμα μία φορά από τον εκπρόσωπο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο οποίος πρόσθεσε πως «Προσβλέπουμε, όπως έχουμε πει από την αρχή, στην επανάληψη των συνομιλιών από όλες τις πλευρές για ένα εποικοδομητικό αποτέλεσμα», συμπληρώνοντας ότι «Ο υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιού και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών, όπως και ο Λευκός Οίκος εξακολουθούν να έχουν στενή επαφή με ένα ευρύ φάσμα εταίρων για την κατάσταση στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων αξιωματούχων από την Ελλάδα, την ΕΕ και το ΔΝΤ».
Άξια παρατήρησης είναι και η αναφορά στη μεγάλη σημασία που δίνουν οι ΗΠΑ στη γεωπολιτική θέση της χώρας, λέγοντας «Βεβαίως και έχουμε επίγνωση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρώπη γεωπολιτικώς».
Αναγνώριση της ανάγκης αναδιάρθρωσης του χρέους υπήρξε και εκ μέρους του πρωθυπουργού της Γαλλίας, Μανουέλ Κάρλος Βαλλς, ο οποίος ανέφερε ότι δεν είναι «θέμα ταμπού» και πως «Υπάρχουν οι βάσεις για μια συμφωνία με την Ελλάδα».
Διατύπωσε δεν την ξεκάθαρη άποψη πως «δεν μπορούμε να αναλάβουμε το ρίσκο μιας εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη, τόσο για οικονομικούς, αναμφίβολα, λόγους αλλά, κυρίως, για πολιτικούς λόγους», άλλωστε συμπλήρωσε πως το να υπάρξει για πρώτη φορά έξοδος μίας χώρας από την ευρωζώνη θα ήταν «κίνδυνος για την παγκόσμια ανάπτυξη και οικονομία».
Κατέληξε δε λέγοντας πως «Δεν παίζουμε με την Ιστορία, δεν παίζουμε με μια χώρα όπως η Ελλάδα».
Την αναγκαιότητα εξεύρεσης λύσης και αποφυγής ενός Grexit τόνισε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, στην ομιλία του στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το ελληνικό ζήτημα αναφέροντας ότι «θα πρέπει να αποφευχθεί ένα Grexit, είμαι εναντίον της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Πρέπει να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός. Η Ελλάδα είναι ένα μεγάλο έθνος, δεν επιθυμούμε να πεταχθεί έξω από το ευρώ. Πάνω σε αυτό θα εργαστούμε όλοι μαζί. Τι είδους Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήμασταν αν σταματούσαμε να συνομιλούμε μεταξύ μας; Ωστόσο», όπως είπε ο κ. Γιούνκερ, «η ελληνική αντιπροσωπεία εγκατέλειψε το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και αυτό ήταν πολύ σοβαρό ατόπημα».
Όσον αφορά δε το δημοψήφισμα ανέφερε πως «Κανείς δεν μπορεί να θέλει να πετάξει την Ελλάδα έξω από την Ευρώπη. Χρειάζεται να κατανοήσουμε τι σημαίνει το δημοψήφισμα στην Ελλάδα. Οι Έλληνες πολίτες ψήφισαν σαρωτικά όχι, αλλά σε ένα κείμενο το οποίο δεν υφίσταται».
Την απαίτηση για οριστική λύση στο θέμα της Ελλάδας εξέφρασε ο πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ματέο Ρέντσι, ο οποίος στο προσωπικό του μήνυμα ανέφερε πως «Υπάρχουν δύο σημεία που πρέπει να αντιμετωπιστούν γρήγορα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στις Βρυξέλλες. Το πρώτο αφορά στην Ελλάδα, μια χώρα που βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Οι αυριανές συζητήσεις πρέπει να δείξουν έναν οριστικό τρόπο λύσης του επείγοντος αυτού ζητήματος. Το δεύτερο, ακόμα πιο περίπλοκο, που δεν μπορεί όμως να καθυστερεί άλλον, είναι η οικοδόμηση της Ευρώπης……Με μία λέξη: Πολιτική, όχι μόνο παραμέτρους της. Αξίες, όχι μόνο αριθμούς. Αν σταθούμε ακίνητοι, φυλακισμένοι των κανονισμών και της γραφειοκρατίας, τότε η Ελλάδα έχει τελειώσει. Η επανοικοδόμηση της Ευρώπης δεν θα είναι εύκολη, μετά από όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια. Αλλά αυτή είναι η σωστή στιγμή να το προσπαθήσουμε, όλοι μαζί. Η Ιταλία θα παίξει το ρόλο της».
Σε αναδίπλωση προχώρησε και ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος ενώ κατά την ημέρα διενέργειας του δημοψηφίσματος προπαγάνδιζε λέγοντας πως «εάν βγει «όχι» η Ελλάδα θα πρέπει να εισάγει άλλο νόμισμα», ενώ εχθές δήλωσε ότι «όσοι θέλουν να διχάσουν την Ευρωζώνη κάνουν λάθος…..καθώς το Grexit δεν πρέπει να είναι στόχος μας», συμπληρώνοντας ότι «Υποθέτω ότι η ελληνική κυβέρνηση θα υποβάλει προτάσεις και θα πρέπει να διαπραγματευτούμε με την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι αποδεκτό ένα Grexit».