Το ελαιόλαδο βρίσκεται διαχρονικά στο επίκεντρο της γαστρονομίας, της αγροτικής παραγωγής, των εξαγωγών και της πολιτισμικής ταυτότητας στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα δεν είναι ένας μικρός παίκτης στην παγκόσμια αγορά. Αντίθετα, ανήκει στον στενό πυρήνα των χωρών παράγουν και εμπορεύονται το ελαιόλαδο.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, παρότι η Ελλάδα παραμένει σημαντική ελαιοπαραγωγός χώρα, χάνει σταδιακά έδαφος στην παγκόσμια αγορά ελαιόλαδου.
Η ελαιοπαραγωγή στην Ελλάδα μειώνεται
Η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου κινείται σήμερα, κατά μέσο όρο, στους 240.000–250.000 τόνους ετησίως, σύμφωνα με τον γεωργοοικονομολόγο και εκδότη Βασίλη Ζαμπούνη, πρόεδρο της 4Ε. Όπως σημειώνει ο ίδιος, η ελληνική παραγωγή από τους περίπου 215.000 τόνους στις παραμονές της ένταξης στην ΕΟΚ/ΕΕ έφτασε, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στους 415.000 τόνους, για να «ξεφουσκώσει» στη συνέχεια κοντά στους 240.000 τόνους, με τάσεις περαιτέρω μείωσης.
Την ίδια περίοδο, η παγκόσμια παραγωγή υπερδιπλασιάστηκε από περίπου 1,4 εκατ. τόνους σε 3,25 εκατ. τόνους. Το ελληνικό μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή έπεσε μειώθηκε στο σχεδόν στο μισό (από 15,2% σε 7,5%).
Η διεθνής αγορά άλλαξε – Η Ελλάδα όχι τόσο
Η εικόνα των ανταγωνιστών εξηγεί γιατί η ελληνική ελαιοκομία βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Στα στοιχεία που παραθέτει ο Βασίλης Ζαμπούνης, η Ισπανία εκτοξεύτηκε από 429.000 τόνους και μερίδιο 30,3% σε 1,449 εκατ. τόνους και μερίδιο 44,6%. Η Πορτογαλία ανέβηκε από 40.500 τόνους σε 146.000 τόνους, η Τυνησία από 96.000 σε 240.000 τόνους, ενώ η Τουρκία από 106.300 σε 213.000 τόνους. Η Ιταλία, αντίθετα, ακολούθησε πορεία μείωσης, από 395.000 τόνους και μερίδιο 27,9% σε 286.000 τόνους και 8,8%.
Η σύγκριση δείχνει ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον μόνο απέναντι στους παραδοσιακούς ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές. Αντιμετωπίζει χώρες που αύξησαν φυτεύσεις, βελτίωσαν υποδομές, οργάνωσαν την εξαγωγική τους πολιτική και διεκδικούν μεγαλύτερο κομμάτι της διεθνούς ζήτησης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο κεντρικός παίκτης της παγκόσμιας αγοράς. Παράγει περίπου το 67% του παγκόσμιου ελαιολάδου, διαθέτει περίπου 4 εκατομμύρια εκτάρια ελαιώνων και αντιπροσωπεύει περίπου το 53% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν κατανάλωση στην ΕΕ, περίπου 12 κιλά ανά άτομο ετησίως, αλλά αυτό δεν αρκεί για να διασφαλίσει τη θέση της στην παγκόσμια αγορά.
Ο καθοριστικός ρόλος της Ισπανίας
Η μεγάλη αλλαγή των τελευταίων ετών είναι ότι η τιμή του ελαιολάδου έγινε υπόθεση διεθνούς ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης. Στο ερώτημα ποιος είναι ο βασικός μηχανισμός που διαμορφώνει σήμερα την τιμή, ο Βασίλης Ζαμπούνης είναι σαφής: «η ισπανική παραγωγή». Όχι μόνο λόγω όγκου, αλλά και λόγω συγκροτημένης αγροτικής στρατηγικής.
Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα την περίοδο της ξηρασίας στην Ισπανία, όταν η μείωση της παραγωγής οδήγησε σε ιστορικά υψηλές τιμές. Σύμφωνα με το Reuters, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε για την περίοδο 2024/25 παραγωγή ελαιολάδου στην ΕΕ στους 2 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 31% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο και 9% πάνω από τον πενταετή μέσο όρο. Η ισπανική παραγωγή προβλεπόταν να αυξηθεί κατά 48%, στους 1,26 εκατ. τόνους, μετά την ανάκαμψη από την ξηρασία.
Από το χωράφι στο ράφι: υπάρχει τελικά «χάσμα»;
Η άνοδος των τιμών άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για το λεγόμενο «χάσμα» ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και την τελική τιμή για τον καταναλωτή στο ράφι.
Σύμφωνα με τον κ. Ζαμπούνη ο ΦΠΑ παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς το ελαιόλαδο είναι ήδη ακριβό προϊόν, ο ΦΠΑ 13% επιβαρύνει σημαντικά την τελική τιμή, ενώ σε άλλες χώρες είναι χαμηλότερος, ακόμη και κοντά στο 4%.
Το μεγαλύτερο ζήτημα, όμως, είναι ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει ένα επίσημο αναλυτικό κοστολόγιο «χωράφι – ράφι», ώστε να γνωρίζουμε ποιοι κρίκοι της αλυσίδας προσθέτουν τι κόστος και ποιο περιθώριο.
Το κατά προσέγγιση κοστολόγιο που παραθέτει είναι αποκαλυπτικό. Το ελαιοτριβείο προσθέτει περίπου 8%–10%, το εμπόριο χύμα περίπου 0,10 ευρώ/κιλό, τα μεταφορικά εντός Ελλάδας 0,05–0,10 ευρώ/κιλό, ενώ η τυποποίηση επιβαρύνει το προϊόν με υλικά συσκευασίας 0,70–0,80 ευρώ/κιλό, λειτουργικά κόστη 0,50–0,80 ευρώ/κιλό και μικτό κέρδος 10%–15%. Τα χρηματοοικονομικά κόστη για χύμα εμπόριο και τυποποίηση φτάνουν στο 7%–8%. Ο «μεγάλος άγνωστος», κατά τον ίδιο, είναι οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, όπου παροχές επί του τζίρου, listing fees και εμπορικό κέρδος μπορούν να διαμορφώσουν επιβάρυνση 15%–30%.
Αν εκλογικευθούν ΦΠΑ, χρηματοοικονομικά κόστη και περιθώρια στο λιανεμπόριο, η ψαλίδα χωράφι – ράφι μπορεί να περιοριστεί. Και αυτό θα είχε πιθανότατα θετική επίδραση όχι μόνο στην τελική τιμή, αλλά και στον όγκο της κατανάλωσης.
Αναλυτικά δείτε εδώ
tovima.gr