Το μέτρο που θεσπίστηκε το 2021, εξακολουθεί να διχάζει την εκπαιδευτική κοινότητα

Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής: Οι κενές θέσεις, το παράδοξο με την Σχολή Ευελπίδων και η πίεση στα περιφερειακά ΑΕΙ

Έχοντας συμπληρώσει πέντε χρόνια εφαρμογής ο θεσμός της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ), έχει μία διαμορφωμένη “ταυτότητά”, αφήνοντας μάλιστα ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα αποτυπώματα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα: χιλιάδες υποψηφίους εκτός πανεπιστημίων και περισσότερες από 10.000 κενές θέσεις στα δημόσια ΑΕΙ κάθε χρόνο.

Το μέτρο, που θεσπίστηκε το 2021 με βασικό στόχο να σταματήσει την εισαγωγή φοιτητών με πολύ χαμηλές επιδόσεις στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, εξακολουθεί να διχάζει την εκπαιδευτική κοινότητα. Οι υποστηρικτές του θεωρούν, ότι διασφαλίζει ένα ελάχιστο ακαδημαϊκό επίπεδο εισαγωγής. Οι επικριτές του αντιτείνουν, ότι λειτουργεί ως ένας οριζόντιος «κόφτης», αποκλείοντας χιλιάδες νέους από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να επιλύει ουσιαστικά προβλήματα ποιότητας των σπουδών.

Η φετινή διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων φαίνεται πως επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από την αποτελεσματικότητα του μέτρου και κυρίως γύρω από το εάν - τώρα που οδεύει στον έκτο χρόνο εφαρμογής - έχει έρθει η ώρα για μια συνολική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του. Ξεφεύγοντας από το στενό πλαίσιο «περί εκπαιδευτικής πολιτικής» δηλαδή, αναδεικνύεται σε ένα ζήτημα αποτελεσματικότητας, βιωσιμότητας πανεπιστημιακών τμημάτων καθώς και στελέχωσης κρίσιμων επαγγελμάτων.

Οι αριθμοί που προκαλούν προβληματισμό

Σύμφωνα με τα στοιχεία των τελευταίων ετών, περισσότερες από 10.000 θέσεις στα πανεπιστήμια παραμένουν κάθε χρόνο κενές εξαιτίας της ΕΒΕ.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον σε απομακρυσμένα ή χαμηλής ζήτησης πανεπιστημιακά Τμήματα. Αντίθετα, καταγράφεται ακόμη και σε κεντρικά πανεπιστήμια της χώρας, γεγονός που πολλοί ειδικοί χαρακτηρίζουν ως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.

Ενδεικτική είναι η εικόνα στα Τμήματα Φυσικής με βάση τα περσινά δεδομένα, του 2025:

Στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από τις 167 διαθέσιμες θέσεις καλύφθηκαν μόλις οι 68. Οι 99 έμειναν κενές.

Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από τις 144 θέσεις καλύφθηκαν οι 45, αφήνοντας 99 κενές.

Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, από τις 220 θέσεις καλύφθηκαν οι 94.

Στο Πανεπιστήμιο Πατρών, από τις 198 θέσεις καλύφθηκαν οι 85.

Στην Καβάλα, από τις 92 θέσεις καλύφθηκαν μόλις οι 13.

Στη Λαμία, από τις 90 θέσεις εισήχθησαν 15 φοιτητές.

Στο Ηράκλειο, από τις 120 θέσεις καλύφθηκαν μόνο οι 26.

Συνολικά, στα Τμήματα Φυσικής της χώρας προσφέρθηκαν περίπου 1.030 θέσεις, αλλά καλύφθηκαν μόλις 346. Οι κενές θέσεις ανήλθαν στις 684, ποσοστό που προσεγγίζει το 70%.

Όπως σημειώνει ο καθηγητής Φυσικής και φροντιστής Γιώργος Χατζητέγας, «πρόκειται για αριθμούς που δεν μπορούν να αγνοηθούν».

Το παράδοξο των υψηλών βάσεων και των άδειων αμφιθεάτρων

Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι οι κενές θέσεις δεν οφείλονται σε χαμηλές βάσεις εισαγωγής.

«Στο Τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ, ο τελευταίος εισακτέος συγκέντρωσε 14.513 μόρια, επίδοση που παραδοσιακά θα θεωρούνταν ιδιαίτερα ικανοποιητική. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν έξι στις δέκα θέσεις έμειναν κενές», επισημαίνει ο Στράτος Στρατηγάκης, μαθηματικός – ερευνητής και σύμβουλος σταδιοδρομίας.

Το παράδοξο αυτό οδηγεί πολλούς αναλυτές να υποστηρίζουν ότι το ζήτημα δεν είναι πλέον η αποτροπή εισαγωγής υποψηφίων με πολύ χαμηλές βαθμολογίες, αλλά η δημιουργία ενός μηχανισμού, που αποκλείει σημαντικό αριθμό μαθητών ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις. Όπως προσθέτει δε ο κ.Στρατηγάκης: «Όταν οι σχολές Μηχανικών εμφανίζουν ΕΒΕ, που αντιστοιχεί σε 14.000 και πλέον μόρια, αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από το αρχικό επιχείρημα περί αποφυγής εισαγωγής μαθητών με 2 και 3», σημειώνει ο εκπαιδευτικός αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης.

Από τον έναν στους τρεις εκτός πανεπιστημίου

Τα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου ένας στους τρεις υποψηφίους των Γενικών Λυκείων μένει εκτός δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εξαιτίας της ΕΒΕ.

Στα ΕΠΑΛ το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά το 50%.

Οι επικριτές του μέτρου υποστηρίζουν, ότι οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι πρωτίστως διαγωνισμός κατάταξης και όχι απολυτήριες εξετάσεις πιστοποίησης γνώσεων. Κατά συνέπεια, θεωρούν προβληματικό το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό των υποψηφίων αποκλείεται εκ των προτέρων, ανεξαρτήτως του αριθμού των διαθέσιμων θέσεων.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται από στελέχη της εκπαιδευτικής κοινότητας, «όταν αποκλείεται εκ των προτέρων περίπου το ένα τρίτο των υποψηφίων, τότε οι Πανελλαδικές μετατρέπονται σε εξετάσεις των δύο τρίτων».

Protothema.gr