Εικόνες της Μυκόνου - Λεύκωμα Φωτογραφίας

Η Μύκονος είναι ένα νησί στο ελληνικό αρχιπέλαγος δίπλα στον ιερό τόπο της Δήλου. Κατά τη μυθολογία, ο ήρωας Μύκονος ήταν εγγονός του Απόλλωνα. Είναι όνομα που έγινε τόπος ή τόπος που έγινε όνομα. Όταν ακούω τη λέξη νησί, έρχεται στο νου μου το φως, η θάλασσα και χώμα φτενό, ξερικό... μέσα στη τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρα (Ελύτης). Εκεί όπου οι κάτοικοι σε πέτρινες πεζούλες-αναβαθμούς καλλιεργούσαν στο λιγοστό χώμα τα αναγκαία που τους έθρεψαν μαζί με αυτά που έδινε η θάλασσα. Και παντού πέτρες και μέταλλα στο υπέδαφος, απομεινάρια της Γιγαντομαχίας. Υπάρχουν ευρήματα από κατοίκηση κατά τη νεολιθική εποχή και στη συνέχεια, η ιστορία. Αιγύπτιοι, Ικάριοι, Φοίνικες, Μινωίτες, Πέρσες, Αθηναϊκή Συμμαχία, Ρωμαίοι, Βυζάντιο, Ενετοί και το Κοινό των Μυκονίων κατά την οθωμανική κυριαρχία, μέχρι τον αγώνα για την ανεξαρτησία το 1821 και το ελληνικό κράτος από το 1830 και μετά.

Πρωτοπήγα στη Μύκονο το Πάσχα του 1996. Μέγα Σάββατο πρωί, σκόρπισαν χαμομήλια στην Πρώτη Ανάσταση, μου έκανε εντύπωση ότι δεν υπήρχαν δάφνες, η δάφνη γίνεται δέντρο και θέλει νερό. Και μετά είδα στον δρόμο το υποζύγιο φορτωμένο κηπευτικά και μπουκέτα λουλούδια, σκέφτηκα με χαρά ότι το ξερικό νησί είχε κήπους. Χείμαρροι και μικρές κοιλάδες, πηγάδια και στέρνες, στις κοινωνίες της ανάγκης και αργότερα η ναυτοσύνη με τον εμπορικό στόλο, που μαζί με τα άλλα νησιά συνετέλεσε τόσο στην ανεξαρτησία μας. Σήμερα η οικονομία βασίζεται στον τουρισμό, η πλουτοκρατία σαρώνει. Κατακτισμένο το νησί, βορά στο μπετόν. Αχαλίνωτη η διεθνής κατανάλωση, περιλούζονται στην αμμουδιά με σαμπάνιες αξίας χιλιάδων ευρώ. Εξωστρέφεια, ισοπέδωση, αλλοίωση του τοπίου.

Κάθε τόπος, κάθε νησί, κάθε χωριό έχει τη δική του ιδιοπροσωπία, τη μοναδική έκφραση του ανώνυμου λαϊκού πολιτισμού, στην αρχιτεκτονική, στις φορεσιές, στη δημοτική ποίηση, παντού, συγκροτημένη μέσα στους αιώνες. Το ίδιο ισχύει και για τη Μύκονο. Διάβασα σπουδαία βιβλία για 

το νησί, ψηλάφισα τις ρίζες. Μέσα σε αυτό το πνεύμα είδα και το βιβλίο μας, καρπό αγάπης των φωτογράφων για το νησί, ο καθένας με την προσωπικότητά του, όπως εκφράζεται στις φωτογραφίες.

Πώς είδαν οι φωτογράφοι αυτού του βιβλίου το νησί; Κοιτάζω τις εικόνες τους, είναι κυρίως ανθρωποκεντρικές, οι περισσότερες δείχνουν τον άνθρωπο, πορτρέτα και λήψεις στον δρόμο και κάποτε το τοπίο. Εξίσου ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος που οι φωτογράφοι συστήνονται, με τα δικά τους σημειώματα.

Στις εικόνες του Παναγιώτη Γκιώκα κυριαρχεί ο άνθρωπος, αρκετοί ηλικιωμένοι. Στις εικόνες του Θανάση Μπαξόπουλου κυριαρχεί πάλι ο άνθρωπος, άντρες, γυναίκες, παιδιά, πολλοί σε εικόνες διασκέδασης. Στον Δημήτρη Προκοπίου έχει μερίδιο και ο τόπος με διακριτή μερικές φορές την ανθρώπινη παρουσία. Και στους τρεις κυριαρχεί ο άνθρωπος και περισσότερο η Χώρα Μυκόνου, ως τόπος καλοκαιρινής χαλάρωσης και ανεμελιάς. Αυτό είναι το παρόν, εδώ δεν υπάρχει η κλασική εξιδανίκευση της εικόνας. Ο σημερινός άνθρωπος κατασκευάζει το δικό του συμβολικό σύμπαν. Το παρελθόν έκανε τη Μύκονο μοναδικό τοπίο, πόλο έλξης και φημισμένο διασκεδαστήριο.

Όσο για μένα, σε αντίστιξη με όσα δείχνουν οι τρεις φωτογράφοι, με χαροποίησε η διήγηση του Ιωάννη Κουσαθανά (Μαούνα), όπως την ανάρτησε ο Αργύρης Χατζής στο Facebook. Ο Μυκονιάτης ψαράς αφηγείται τη ζωή του, την αγάπη του για το επάγγελμά του, τις δυσκολίες των παλιών χρόνων, τις αλλαγές που έφερε η τουριστική ανάπτυξη και την πίστη του στην αγάπη, στη φιλία και στην αλληλεγγύη. Οι εγκάρδιες προσφωνήσεις του προς τον δήμαρχο και έναν φίλο του αναδεικνύουν τη ζωντάνια, την αμεσότητα και τη διαχρονικότητα της τοπικής γλώσσας και νοοτροπίας.

Με τις δύο εγκάρδιες αναφωνήσεις, στον Δήμαρχο και τον Μήτσο, ο λόγος του Μυκονιάτη ψαρά, με την κατάφαση, τη χαρά, το σθένος και τον κυματισμό της φωνής, τόσο κοντά στην παλιά, αρχετυπική προσωδία, με πήγε πίσω στον χρόνο, γεφυρώνοντας παρόν και ιστορία. Ο τρόπος αυτός και η γλώσσα, το «πανάρχαιον ένδυμα», όπως διάβασα κάπου, είναι ριζωμένος στους αιώνες. Αυτή είναι η δική μου αίσθηση για το νησί, διαφορετική από εκείνη των τριών φωτογράφων αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα, όσο και η τιμή που μου έκαναν οι τρεις δημιουργοί να προλογίσω το βιβλίο.

Μάγδα Τσιρογιάννη 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ 

Ο Θανάσης Μπαξόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Σπούδασε Νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε τα μαθήματα φωτογραφίας του Πλάτωνα Ριβέλλη στον Φωτογραφικό Κύκλο, καθώς και Ιστορία της Τέχνης, Αραβική και Προϊστορική Τέχνη στην Κόρδοβα της Ισπανίας. Υπήρξε μέλος του Φωτογραφικού Κύκλου, του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και της Λέσχης Φωτογραφίας και Κινηματογράφου Σύρου, ενώ συνεργάστηκε με ελληνικά περιοδικά.

Έχει πραγματοποιήσει δεκατέσσερις ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα, τη Μύκονο, τη Σύρο και την Καππαδοκία, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη, τη Ρόδο, την Πάρο και την Πάτμο, καθώς και σε διαδικτυακές εκδόσεις τα τελευταία χρόνια. Το έργο του εστιάζει στη φωτογραφία ως μέσο αφήγησης, μνήμης και πολιτισμικής καταγραφής.

Έχει εκδώσει δύο φωτογραφικά βιβλία: τις «Μικρές Ιστορίες», σε συνεργασία με το Instituto Cervantes της Αθήνας, και το «Ακίνητος Χορός – Καππαδοκία», εμπνευσμένο από το οδοιπορικό του Γιώργου Σεφέρη στην Καππαδοκία το 1953 και αποτέλεσμα της φιλοξενίας και συνεργασίας του με το Babayan Culture House Residency στο ιστορικό ελληνικό χωριό Παπαγιάννη (σημερινό İbrahimpaşa). Ζει και εργάζεται στη Σύρο.

Ο Παναγιώτης Γκιώκας ζει και εργάζεται στη Μύκονο από το 2013, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ η καταγωγή του ανάγεται στην ορεινή Αρκαδία. Η ενασχόλησή του με τη φωτογραφία ξεκίνησε ερασιτεχνικά και εξελίχθηκε συστηματικά από τις πρώτες ημέρες της παραμονής του στο νησί, συνεχίζοντας μια παλαιότερη συνήθεια καταγραφής των τόπων που επισκεπτόταν μέσα από το σκίτσο και τη φωτογραφία.

Το ιδιαίτερο φως της Μυκόνου και ο αστείρευτος οπτικός της πλούτος τον οδήγησαν σε μια σχεδόν καθημερινή, βιωματική σχέση με τη φωτογραφική εικόνα. Επιλέγει να φωτογραφίζει κυρίως με τον φακό του κινητού τηλεφώνου, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας ως δημιουργικό εργαλείο και αφήνοντας το τελικό αποτέλεσμα να κριθεί από το ίδιο το κοινό.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη Μύκονο έχει συμμετάσχει σε πέντε εκθέσεις στη Δημοτική Πινακοθήκη του νησιού. Μέσα από τη φωτογραφία επιδιώκει να αποδώσει το φως, το χρώμα και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του τόπου, ως μια προσωπική ανταπόδοση στην έμπνευση που του προσφέρει η Μύκονος και στους ανθρώπους της.

Ο Δρ Δημήτρης Προκοπίου είναι φωτογράφος και ακαδημαϊκός, με εξειδίκευση στη Διαχείριση Παράκτιας Ζώνης και στη Φέρουσα Ικανότητα στον Τουρισμό. Γεννήθηκε στον Βόλο το 1972, με καταγωγή από τη Μακρινίτσα Πηλίου και τη Λεμεσό της Κύπρου. Κατοικεί στην Αθήνα και έχει ζήσει και εργαστεί σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και η Μύκονος τη δεκαετία του 1990. Διδάσκει σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και ΙΕΚ, ενώ δραστηριοποιείται και ως σύμβουλος τουρισμού στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ασχολείται συστηματικά με τη φωτογραφία εδώ και δεκαετίες. Είναι μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης από το 2003, της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας από το 2022 και της φωτογραφικής ομάδας UMBRA Θεσσαλονίκης από το 2024. Έχει επίσης παρακολουθήσει σεμινάρια φωτογραφίας στον Φωτογραφικό Κύκλο, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της προσωπικής του φωτογραφικής γραφής.

Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, το Παρίσι, τη Χαϊδελβέργη, τη Βουδαπέστη, τη Μύκονο, τη Ρόδο, τη Σάμο και την Ερμούπολη. Έχει εκδώσει δύο φωτογραφικά λευκώματα: τις «Παραλλάξεις» (Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2001) και την «Επιστροφή στο Παρίσι» (2023).