Μελέτη του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής σκιαγραφεί το προφίλ του μέσου Έλληνα δασκάλου και καθηγητή

Έλληνες εκπαιδευτικοί: Άνω των 40, κουρασμένοι και με χαμηλές αποδοχές

Έχει πατήσει τα 40, είναι κακοπληρωμένος και εξουθενωμένος από τον εργασιακό φόρτο. Αυτό είναι το προφίλ του Ελληνα εκπαιδευτικού. Σήμερα, με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, 157.000 μόνιμοι εκπαιδευτικοί μαζί με άλλους περίπου 30.000 αναπληρωτές υποδέχονται στα 15.050 δημόσια και ιδιωτικά σχολεία 1.381.000 μαθητές, για τον καθιερωμένο αγιασμό και την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς.

Ειδικότερα, σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ –παρουσιάστηκε χθες και βασίστηκε σε στοιχεία της περιόδου 2020-2024– η μικρότερη μέση ηλικία των εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία είναι τα 44 έτη και στα ιδιωτικά τα 36,7.

Συγκεκριμένα, η μέση ηλικία των νηπιαγωγών στα δημόσια σχολεία είναι τα 44,5 έτη και στα ιδιωτικά τα 36,7. Ανεβαίνοντας τις βαθμίδες, στα δημοτικά η μέση ηλικία είναι τα 44 στα δημόσια και τα 38,3 στα ιδιωτικά, στα γυμνάσια τα 50,9 έτη στα δημόσια και τα 45,7 στα ιδιωτικά, ενώ στα γενικά λύκεια η μέση ηλικία φτάνει τα 52,5 έτη στα δημόσια και τα 48,9 στα ιδιωτικά, και στα δημόσια επαγγελματικά λύκεια είναι τα 49,1 έτη.

Ιδιαίτερα έντονο είναι το ζήτημα της ηλικιακής ανανέωσης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόλις 1,4% των εκπαιδευτικών στα γυμνάσια και 1,6% στα λύκεια είναι κάτω των 30 ετών, έναντι 57,8% και 58,3% αντιστοίχως που είναι ηλικίας 50 ετών και άνω. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης και στις δύο βαθμίδες ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών. Σήμερα, σε κάθε εκπαιδευτικό κάτω των 30 αντιστοιχούν περίπου 41 εκπαιδευτικοί 50+ στα γυμνάσια και 36 στα λύκεια.

Την ίδια στιγμή, οι εκπαιδευτικοί έχουν εργασιακό φόρτο όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στο σπίτι, για την προετοιμασία των μαθημάτων της επόμενης ημέρας και κατά περίπτωση τη διόρθωση γραπτών των μαθητών. Μάλιστα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, το 57,9% δηλώνει ότι εκτίθεται σε τακτική ή συχνή βάση σε πίεση χρόνου ή μεγάλο φόρτο εργασίας. Εκεί όπου η εκπαίδευση διαφοροποιείται ιδιαίτερα από άλλους κλάδους του ιδιωτικού τομέα είναι στην εργασία στον ελεύθερο χρόνο, όπου το ποσοστό στους εκπαιδευτικούς φτάνει στο 31,8%, διπλάσιο από το 15,9% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Η εργασιακή επιβάρυνση αποτυπώνεται και στην υγεία. Το 48,7% των εκπαιδευτικών αναφέρει εμφάνιση ή επιδείνωση άγχους που θεωρεί ότι σχετίζεται με την εργασία, έναντι 42,1% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Αντίστοιχα, 39,7% αναφέρει πονοκεφάλους ή κόπωση ματιών, έναντι 28,9%. «Οι εκπαιδευτικοί είναι κυριολεκτικά εξουθενωμένοι. Στην ιδιωτική εκπαίδευση, επίσης, ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών υποχρεώνεται σε υπερωριακή, συχνά απλήρωτη, εργασία», αναφέρει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών (ΟΙΕΛΕ) Γιώργος Χριστόπουλος.

Από την άλλη, η μελέτη του ΚΑΝΕΠ –την υπογράφουν οι Χρήστος Γούλας, Πωλίνα Φατούρου και Νίκος Φωτόπουλος– με βάση τα στοιχεία του 2024 δείχνει πως οι αποδοχές των Ελλήνων εκπαιδευτικών παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Επίσης, η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη ήδη από την είσοδο στο επάγγελμα, ενώ το μισθολογικό χάσμα δεν κλείνει ουσιαστικά με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας.

Ύστερα από όλα αυτά (χαμηλές αποδοχές, μεγάλη αναμονή μέχρι τον διορισμό, εργασιακός φόρτος) θεωρείται εύλογο το μειωμένο ενδιαφέρον των αποφοίτων λυκείου για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Ενδεικτικά, τα παιδαγωγικά τμήματα και οι λεγόμενες καθηγητικές σχολές καταρρέουν στην προτίμηση των υποψηφίων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι μαθηματικές σχολές με πληρότητα μόλις 65% και οι φιλολογίες με ακόμη μικρότερη πληρότητα, στο 44%.

 

Πηγή: kathimerini.gr