Πώς φροντίζει η Ελλάδα το δίκτυό της, πόσο ασφαλείς είναι οι διαδρομές και τι εμπόδια συναντούν δήμοι και εθελοντές

Αναξιοποίητος θησαυρός τα μονοπάτια της Ελλάδας

Την προηγούμενη εβδομάδα μια 34χρονη Πολωνή πεζοπόρος τραυματίστηκε θανάσιμα στην περιοχή της Επισκοπής, στη Βρύση Ευβοίας. Τα ακριβή αίτια του θανάτου της ερευνώνται, ωστόσο το περιστατικό επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο ασφαλή είναι τα μονοπάτια μας;

Η μεγάλη εικόνα παρουσιάζει συχνά παραμέληση, ελλιπείς υποδομές και μετάθεση του βάρους καθαρισμού, διάνοιξης, συντήρησης και ανάδειξης των μονοπατιών σε εθελοντικές και ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Ποιος φέρει την πραγματική ευθύνη συντήρησης των μονοπατιών; Σε τι κατάσταση βρίσκεται το δίκτυό μας συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες με κουλτούρα πεζοπορίας; Και κυρίως, τι μέτρα προστασίας οφείλουν να λαμβάνουν οι περιπατητές, ποια λάθη κάνουν συχνότερα και τι ακριβώς συμβαίνει αν κάποιος τραυματιστεί στο βουνό;

«Η Ελλάδα έχει ένα από τα πλουσιότερα παλαιά δίκτυα μονοπατιών στον κόσμο. Αυτό οφείλεται στην Ιστορία και στη γεωμορφολογία της, κυρίως λόγω της μεγάλης πυκνότητας των οικισμών της χώρας», αναφέρει στην «Κ» ο Φοίβος Τσαραβόπουλος, συνιδρυτής της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης (ΚοινΣΕπ) «Paths of Greece» και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πεζοπορίας.

Οι περισσότερες σημερινές πεζοπορικές διαδρομές ακολουθούν αυτά τα αρχαία ή παλαιότερα μονοπάτια, τα οποία χρησιμοποιούνταν ευρέως πριν από την επικράτηση του αυτοκινήτου. «Τελευταίοι τα χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί, οι οποίοι πλέον κινούνται κυρίως με αγροτικά αυτοκίνητα ή μηχανάκια. Οταν μιλάμε, λοιπόν, για μονοπάτια που ίσως ενέχουν κάποιους κινδύνους, μιλάμε κυρίως για τέτοιου είδους παλιές διαδρομές», επισημαίνει εισαγωγικά ο ίδιος. «Οταν άνοιξαν οι δρόμοι, τα μονοπάτια έχασαν τον οικονομικό ρόλο τους, με αποτέλεσμα κάποια να έχουν χαθεί τελείως κάτω από τη βλάστηση», προσθέτει ο Κώστας Μπεβεράτος, εκπρόσωπος της ΚοινΣΕπ «ΕυΚαρυστία» και έμπειρος συνοδός σε πεζοπορίες στην ευρύτερη περιοχή της Νότιας Καρυστίας.

Οι πιο τουριστικές περιοχές είναι αυτές οι οποίες έχουν συνήθως και τα πιο ανεπτυγμένα δίκτυα μονοπατιών. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις. Η Μύκονος για παράδειγμα, σύμφωνα με τον κ. Τσαραβόπουλο, υστερεί σημαντικά σε αντίθεση με νησιά όπως η Σίφνος, η Τήνος και η Ανδρος, τα οποία έχουν επενδύσει ιδιαίτερα στον πεζοπορικό τουρισμό, δρέποντας τα οφέλη της επέκτασης της τουριστικής περιόδου. Συνολικά όμως ως χώρα φαίνεται πως αντιμετωπίζουμε το δίκτυό μας σχεδόν μουδιασμένοι. «Με έναν γρήγορο υπολογισμό, θα έλεγα ότι στην Ελλάδα έχουμε γύρω στα 3.500 έως 4.000 χιλιόμετρα μονοπατιών που λειτουργούν, δηλαδή έχουν συντηρηθεί και σηματοδοτηθεί κάπως. Για να καταλάβετε τα μεγέθη, η Γαλλία έχει 70.000 χιλιόμετρα, με εξαιρετικές υποδομές και συντήρηση. Ας μη μιλήσω για την Ελβετία», λέει.

Αυτή η αδράνεια μεταφράζεται συχνά σε εγκατάλειψη στο πεδίο. Σύμφωνα με τον κ. Μπεβεράτο, η ταχύτητα που η βλάστηση καλύπτει ένα μονοπάτι είναι πολύ γρήγορη: «Μέσα σε τρία χρόνια η βλάστηση το καταπίνει τελείως».

Το αποτέλεσμα είναι περισσότερα ατυχήματα. «Αν έχεις από τη μία βλάστηση και από την άλλη γκρεμό, αναγκάζεσαι να περπατάς στην άκρη, πράγμα επικίνδυνο», προσθέτει. Από την άλλη, ο χρόνος καθαρισμού ποικίλλει ανάλογα με την κατάσταση του μονοπατιού: «Αν ένα μονοπάτι έχει χαθεί εντελώς, για να ανοίξεις ένα χιλιόμετρο μπορεί να χρειαστείς πάνω από 50 εργατοώρες. Ενώ αν είχε καθαριστεί πριν από δύο χρόνια, θα αρκούσαν 10 εργατοώρες», λέει.

Θολό τοπίο

Ποιος φέρει, όμως, την ευθύνη της συντήρησης όταν τα αρχαία αναλημματικά τοιχία καταρρέουν, οι προγονικές ξερολιθιές σωριάζονται και οι πόντοι του μονοπατιού δίπλα στον γκρεμό ξηλώνονται ένας ένας; Το νομικό και θεσμικό πλαίσιο για την προστασία αυτών των μονοπατιών παραμένει, σύμφωνα με τον κ. Τσαραβόπουλο, θολό, με τις αρμοδιότητες να χάνονται κυρίως ανάμεσα σε δήμους και περιφέρειες. Όπως εξηγεί, οι δήμοι συχνά εντάσσουν μονοπάτια σε προγράμματα χρηματοδότησης, με μελέτες που προβλέπουν αυστηρές προδιαγραφές ασφαλείας. Λέει π.χ. «εδώ θέλει στηθαίο, εκεί θέλει αναλημματικό τοίχο».

Στην πράξη, όμως, τα έργα καταλήγουν σε εργολάβους μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εργολάβοι να κάνουν τεράστιες εκπτώσεις για να αναλάβουν το έργο και περικόπτουν ακριβώς αυτές τις κοστοβόρες λεπτομέρειες ασφαλείας. Επιπλέον, επειδή ο δήμος συχνά δεν γνωρίζει πώς να επιβλέψει το έργο, το παραλαμβάνει με ατέλειες. «Αν κάποιος δήμος δεν είναι ευαισθητοποιημένος, φτιάχνουν μονοπάτια απλώς για να πουν προεκλογικά ότι “κάναμε κι αυτό”, χωρίς πλάνο συντήρησης. Τα αφήνουν στον αυτόματο», σημειώνει.

Αντίστοιχα εμπόδια συναντούν και οι εθελοντές. Ο κ. Μπεβεράτος φέρνει ως παράδειγμα τα αναπτυξιακά προγράμματα Leader. Παρότι τα προγράμματα αυτά προσφέρουν χρήματα για τη δημιουργία δικτύων, οι όροι απαιτούν από τους τοπικούς συλλόγους να προπληρώσουν τα έργα. «Ποιος τοπικός πολιτιστικός σύλλογος, που δεν έχει ούτε 500 ευρώ στο ταμείο του, έχει 400.000 ευρώ στην άκρη για να προπληρώσει; Στην πράξη, ό,τι γίνεται, γίνεται εθελοντικά από εμάς», σημειώνει.

Οι κίνδυνοι

«Η πεζοπορία δεν είναι κάποιο ακραίο σπορ, αλλά κάθε δραστηριότητα που γίνεται σε φυσικό περιβάλλον ενέχει κινδύνους. Οπως και το καλοκαίρι στη θάλασσα υπάρχει κίνδυνος, έτσι συμβαίνει και στο βουνό», λέει στην «Κ» ο Κώστας Μπεβεράτος. Ο ίδιος τονίζει ότι παρά τα ατυχήματα, δεν πρέπει να επιβληθούν περιορισμοί και απαγορεύσεις στο βουνό. Για τον περιορισμό του κινδύνου θεωρεί απαραίτητη τη γνώση, την προστασία και την προσοχή. «Ο καθένας έχει την ευθύνη του. Βγαίνεις σε ένα φυσικό περιβάλλον, πρέπει να προσέξεις. Δεν περπατάς στον Εθνικό Κήπο», αναφέρει.

Αν παρά την προσοχή συμβεί ατύχημα, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο πεζοπόρος δημιουργεί ανησυχία. «Ακόμη σήμερα δεν υπάρχει εναέρια διάσωση στην Ελλάδα καλά οργανωμένη», προειδοποιεί ο κ. Τσαραβόπουλος. «Αν πάθεις κάτι σε δύσβατο μονοπάτι, ο χρόνος απόκρισης για να έρθει η ΕΜΑΚ είναι συχνά πολύ μεγάλος. Εχουν γίνει πολύ σοβαρά ατυχήματα που αν είχαμε εναέρια διάσωση, οι άνθρωποι θα ζούσαν», εξηγεί.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα σύμφωνα με τους ειδικούς είναι η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του εκάστοτε πεζοπόρου. «Βλέπουμε συνέχεια κόσμο να προσπαθεί να ανέβει στον Ολυμπο με σαγιονάρες και πάνινα παπούτσια!», συνεχίζει ο κ. Τσαραβόπουλος, υιοθετώντας την άποψη ότι δεν υπάρχουν επικίνδυνα μονοπάτια, αλλά επικίνδυνοι τρόποι να περπατήσεις σε ένα μονοπάτι.

Αντίστοιχα, ο κ. Μπεβεράτος υπενθυμίζει μια τραγωδία στις Κυκλάδες πριν από τέσσερα χρόνια, όταν ένας τουρίστας ακολούθησε μονοπάτι χωρίς νερό και πέθανε. «Αν δεν ξέρεις τι σημαίνει να εκτεθείς στον ελληνικό ήλιο με μόνο μισό λίτρο νερό, μπορεί να πάθεις θερμοπληξία και να χάσεις τον προσανατολισμό σου, όσο έμπειρος κι αν είσαι».

Χρυσοί κανόνες

Οι χρυσοί κανόνες που συνιστούν οι ειδικοί ξεκινούν από την αυτογνωσία: Οταν βλέπεις σε ένα χάρτη 500 μέτρα υψομετρική διαφορά, πρέπει να σκεφθείς ότι είναι σαν να ανεβαίνεις με τα πόδια 5 πολυκατοικίες των 100 μέτρων. Μπορείς να το κάνεις;», ρωτάει ο κ. Τσαραβόπουλος.

Ακολουθούν οι εξής κανόνες: να έχει κανείς πάντα νερό μαζί του, να προσέχει στα φαράγγια μην τυχόν πέσει κάτι από πάνω, να ακολουθεί τη σηματοδότηση όπου υπάρχει, και να διατηρεί την ψυχραιμία του σε περίπτωση εμφάνισης άγριων ζώων ή αγέλης από τσοπανόσκυλα. Τέλος, οι ειδικοί τονίζουν ότι είναι σημαντικό να έχει κανείς πάντα συνοδό και, αν ταξιδεύει μόνος, να ενημερώνει κάποιον για την ακριβή ώρα αναχώρησης και ολοκλήρωσης της διαδρομής, καθώς και για τη διαδρομή που πρόκειται να ακολουθήσει.

Πηγή: kathimerini.gr

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθέστε την «ΚΓ» ως προτιμώμενη πηγή στην Google