Η τοστιέρα της μαμάς σου, την οποία αγόρασε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 λειτουργεί ακόμα, ενώ αυτή που απέκτησες εσύ πριν έξι μήνες έχει ήδη αρχίσει να εμφανίζει ύποπτα σημάδια κατάρρευσης. Και εκεί, πάνω από ένα σχεδόν άψητο τοστ, θυμάσαι τη φράση του παππού σου που με νοσταλγία έλεγε «όσα φτιάχνονταν παλιά ήταν σχεδιασμένα για να αντέχουν». Μήπως, τελικά είχε δίκιο;
Γιατί τα προϊόντα που αγοράζουμε είναι χειρότερα από παλιά
Πώς είναι δυνατόν η τοστιέρα που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια η μητέρα σας να λειτουργεί ακόμα, ενώ αυτή που αγοράσατε πριν μερικούς μήνες να έχει ήδη χαλάσει;
Φτιαγμένα για αντικατάσταση, όχι διάρκεια
Τρανό παράδειγμα ο αποφλοιωτής πατάτας που εφηύρε ο Άλφρεντ Νούετσερζαλ, το 1947, όταν κουράστηκε να καθαρίζει πατάτες κατά τη στρατιωτική θητεία του. Τον σχεδίασε σε σχήμα Υ, από ενιαίο κομμάτι αλουμινίου, και μια κινητή, περιστρεφόμενη λεπίδα. Έγινε παγκοσμίως γνωστός ως Rex και έφερε την επανάσταση στις κουζίνες, χάρη στην απλότητα και το χαμηλό κόστος του. Σύμφωνα με έναν αστικό μύθο, ο αποφλοιωτής ήταν τόσο ανθεκτικός που μια οικογένεια ζήτησε έπειτα από 60 χρόνια χρήσης να αλλάξει τη λεπίδα του, αποδεικνύοντας τη μακρά διάρκεια ζωής του. Ανεξαρτήτως αν αυτό το περιστατικό συνέβη ή όχι, η ανθεκτικότητα του Rex που κατασκευάστηκε πριν σχεδόν 80 χρόνια επιβεβαιώνει όσα υποστήριζαν οι παλαιότερες γενιές για την ποιότητα των αντικειμένων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αγορά κατακλύζεται από προϊόντα υποβαθμισμένης ποιότητας. Ένα μπλουζάκι έπειτα από σχεδόν δύο πλυσίματα χάνει τη φόρμα του, ένα σακίδιο ύστερα από μόλις ένα μήνα χρήσης ξηλώνεται, ένα κομοδίνο από μοριοσανίδα ξεφτίζει. Μοιάζει όσα πωλούνται να μην είναι σχεδιασμένα να διαρκούν, αλλά να αντικαθίστανται.
Γρήγορα, φθηνά και χαμηλότερα ποιοτικά
Όπως αναφέρει η ισπανική El Pais, την κουλτούρα της λιτότητας που καταγράφηκε την περίοδο της κρίσης, διαδέχεται η κουλτούρα της αποτελεσματικότητας, όπου στόχος είναι η ελαχιστοποίηση του κόστους με όποια συνέπεια. Μπορεί στο παρελθόν τα προϊόντα να διαφημίζονταν εστιάζοντας στη διάρκειά τους, αλλά πλέον οι καταναλωτές δείχνουν να μην επικεντρώνονται σε αυτό το χαρακτηριστικό. Μέλημά τους είναι να αποκτήσουν άμεσα ένα αντικείμενο, επειδή το είδαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έχει γίνει viral. Δημιουργείται το αίσθημα της ανάγκης για κάτι που μέχρι πριν λίγο δε γνωρίζαμε καν την ύπαρξή του. Για να ικανοποιηθεί επομένως η μαζική ζήτηση, η βιομηχανία αρκείται στο γρήγορο και χαμηλότερα ποιοτικό προϊόν. Γνωρίζει, εξάλλου, ότι θα αγοραστεί.
Γιατί τα προϊόντα που αγοράζουμε είναι χειρότερα από παλιά
Οι γιαγιάδες μας πριν αγοράσουν ένα ρούχο φρόντιζαν να διαβάσουν τη σύνθεσή του. Σήμερα, ένας καταναλωτής δε γνωρίζει από τι υλικό έχει κατασκευαστεί το πουλόβερ του.
Γιατί τα προϊόντα που αγοράζουμε είναι χειρότερα από παλιά
Ένα μπλουζάκι έπειτα από σχεδόν δύο πλυσίματα χάνει τη φόρμα του, ένα σακίδιο ύστερα από μόλις ένα μήνα χρήσης ξηλώνεται. Μοιάζει όσα πωλούνται να μην είναι σχεδιασμένα να διαρκούν, αλλά να αντικαθίστανται.
Το φαινόμενο αποτυπώνεται κυρίως στη γρήγορη μόδα. Οι γιαγιάδες μας πριν αγοράσουν ένα ρούχο -αν δεν το έραβαν οι ίδιες- φρόντιζαν να διαβάσουν τη σύνθεσή του. Οτιδήποτε πέρα από βαμβακερό, μάλλινο ή μεταξωτό δεν έφτανε στο ταμείο. Σήμερα, αν ρωτήσεις έναν καταναλωτή από τι υλικό έχει κατασκευαστεί το πουλόβερ του, δύσκολα θα ξέρει να απαντήσει. Άλλωστε, δεν έχει λόγο να γνωρίζει, αφού σε περίπου δύο χρόνια θα το έχει αντικαταστήσει με κάποιο άλλο, είτε γιατί αυτό που φοράει θα έχει φθαρεί, είτε γιατί η μόδα θα προστάζει άλλο χρώμα και στυλ. Κατά μέσο όρο στις ΗΠΑ ένας άνθρωπος πετάει περίπου 37 κιλά ρούχων και κλωστοϋφαντουργικών αποβλήτων κάθε χρόνο. Παγκοσμίως, παράγονται σχεδόν 100 δισ. ενδύματα κάθε χρόνο, εκ των οποίων το 87% καταλήγει σε χώρους υγειονομικής ταφής ή σε αποτεφρωτήρες. Οι παρορμητικές αγορές και η άμεση, υλική ανταμοιβή ενθαρρύνονται. Ως αποτέλεσμα, το δέσιμο με ένα αντικείμενο είναι σπάνιο. Σε αντίθεση με την ολόμαλλη ζακέτα που έπλεξε η μαμά σου όταν ήσουν έφηβη και διατηρείται σε τόσο καλή κατάσταση που τη χαρίζεις με αγάπη στην κόρη σου.
Ο παλιός είναι αλλιώς
Οι παλαιότερες γενιές δεν είχαν στην κατοχή τους πολλά. Ένα αντικείμενο είχε περισσότερες από μία λειτουργίες. Και για αυτό το φρόντιζαν ώστε να διατηρηθεί για πολλά χρόνια. Σε περίπτωση φθοράς, η πρώτη σκέψη ήταν η επισκευή του και όχι ο… κάδος. Με τη μαζική παραγωγή και τη διάθεση οικονομικότερων ειδών, οι καταναλωτές επιλέγουν την εύκολη λύση: γιατί να επιδιορθώσω κάτι που μπορώ άμεσα να αναπληρώσω; Το εφήμερο και το υποβαθμισμένο φαίνεται να κυριαρχεί και στις μεγάλες εταιρίες που αγοράζουν αξιόπιστες επιχειρήσεις, «και εκμεταλλεύονται τη φήμη τους μέχρι να γίνει ένα κέλυφος του παλιού εαυτού τους», αναφέρει ο Guardian.
Γιατί τα προϊόντα που αγοράζουμε είναι χειρότερα από παλιά
Παγκοσμίως, παράγονται σχεδόν 100 δισ. ενδύματα κάθε χρόνο, εκ των οποίων το 87% καταλήγει σε χώρους υγειονομικής ταφής.
Όπως αναφέρει στη βρετανική εφημερίδα, ο Κεγιάνα Σαπ που δημιούργησε τον ιστότοπο Worse on Purpose, στον οποίο εξηγεί την υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων, εντοπίζεται μια δομική αδυναμία στο λιανικό εμπόριο. Πολλοί επιχειρηματίες έχοντας αφιερώσει δεκαετίες να χτίσουν μια μάρκα που έχει αγαπηθεί από το κοινό, επιλέγουν τελικά να την πωλήσουν σε πολυεθνικές. Ωστόσο, οι νέοι ιδιοκτήτες δεν έχουν το συναισθηματικό δέσιμο των δημιουργών και ως αποτέλεσμα η ποιότητα μπορεί να υποχωρήσει, απομακρύνοντας τους πιστούς πελάτες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το 2025 τα τρία τέταρτα των Αμερικανών υπέβαλαν παράπονα στην αρμόδια αρχή για πρόβλημα ποιότητας ή εξυπηρέτησης, με το ποσοστό να διπλασιάζεται σε σχέση με τη δεκαετία του 1970.
Τι πρέπει λοιπόν να κάνει ο καταναλωτής; Ο Σαπ συστήνει αγορές από μικρές εταιρίες κι όχι μεγάλους ομίλους. Από την άλλη, βέβαια, αρκεί οι μεγάλες επιχειρήσεις να διατηρήσουν την ποιότητα των προϊόντων ή να τη βελτιώσουν, ώστε να εξυπηρετήσουν τη ζήτηση και να διατηρηθεί η επιτυχία στις πωλήσεις.
Newmoney.gr